Πράσινο Φώς για τους Συμβασιούχους

P1090027

 

Κρίσιμη τόσο για τους προ όσο και για τους μετά του 2001 συμβασιούχους μπορεί να είναι η τελική απόφαση του Αρείου Πάγου υποστηρίζει o γνωστός εργατολόγος Αναστάσιος Πετρόπουλος. Κι αυτό γιατί, όπως εξηγεί, στην ουσία σύμφωνα με την απόφαση της Διάσκεψης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου θα «απελευθερώνει» τα Δικαστήρια να κρίνουν αν οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου υποκρύπτουν στην πραγματικότητα συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς το «φόβο» ότι παραβιάζουν τα άρθρα 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/94. Σε κείμενο του αναφερει ότι σύμφωνα με το άρθρο 103 του Συντάγματος, απαγορεύεται να γίνεται με νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που έχει προσληφθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου καθώς και να μετατρέπονται αυτές (με νόμο) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Τούτο σημαίνει πως το Σύνταγμα δεν απαγορεύει να αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, εκείνες οι συμβάσεις εργασίας τις οποίες καταχρηστικά και ψευδώς το Δημόσιο χαρακτηρίζει ως ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Συνεπώς, τα Δικαστήρια θα καλούνται και στο μέλλον να αποφαίνονται σε κάθε περίπτωση να κρίνουν αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να αναγνωρίζουν και κηρύττουν ως αορίστου χρόνου συμβάσεις που το Δημόσιο χαρακτηρίζει, ψευδώς, ορισμένου χρόνου.

Αυτή η λύση είναι συνεπής και με τη συμπεριφορά του νομοθέτη ο οποίος με το ΠΔ 164/2004, (ενώ δηλαδή ίσχυε ήδη το άρθρο 103 του Συντάγματος ως έχει σήμερα) και ειδικότερα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11, όρισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που σχετίζονται με την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

 Με άλλα λόγια, αναφέρει ο κ. Πετρόπουλος τα Δικαστήρια θα έχουν πάντα την εξουσία να κρίνουν αν μία σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου ή όχι. Αρκεί οι συμβάσεις να είναι ενεργές ή να έχει ασκηθεί αγωγή εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται για την ακύρωση της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αν αυτές έχουν καταγγελθεί.»

 Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τη δικαίωση των συμβασιούχων δημιουργεί προηγούμενο δήλωσε μιλώντας στον ρ/σ Βήμα 99,5 ο τομεάρχης Εσωτερικών της ΝΔ, βουλευτής Λαρίσης κ. Χρήστος Ζώης. «Υπάρχει αναμφίβολα ένα συνταγματικό περιβάλλον, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Δεν μπορούμε να λαϊκίζουμε και δεν μπορούμε να δημιουργούμε και υπερβολικές προσδοκίες» τόνισε ο Λαρισαίος πολιτικός.

 «Όταν το 2004, η κυβέρνηση της Ν.Δ. κλήθηκε να διαχειριστεί μια καυτή πατάτα, ήταν αυτή των χιλιάδων συμβασιούχων, οι οποίοι είχαν επαναλαμβανόμενες συμβάσεις. Και ενώ θα έπρεπε -σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία στα τέλη του 98-99 -αν θυμάμαι καλά- να αποκατασταθούν εκείνες οι συμβάσεις, οι οποίες υπέκρυπταν … σχέση εργασίας που εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες και να μετατραπούν, εν πάση περιπτώσει, σε αορίστου χρόνου και δεν είχε γίνει αυτή η τακτοποίηση, ήρθε και η αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, που πρόβλεπε ρητώς τη μη μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου. Θα θυμίσω ότι με το Προεδρικό Διάταγμα πάνω από 30.000 συμβασιούχοι μετατράπηκαν σε αορίστου, αλλά βεβαίως υπήρξαν και άλλοι οι οποίοι έμειναν απ’ έξω.

Νομίζω ότι τέτοιες είναι οι περιπτώσεις όσων έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Συνεπώς, υπάρχει ένα προηγούμενο, μετά τη χθεσινή απόφαση του Αρείου Πάγου για τους συμβασιούχους που έχουν σχέση εργασίας με το Δημόσιο πριν το 2001. Αλλά, υπάρχει και η εντύπωση και η άποψη που καλλιεργείται, ότι τελικώς οι δικαστές έχουν τη μοναδική αρμοδιότητα να χαρακτηρίζουν το ποια είναι η ακριβής σχέση εργασίας και εκεί –νομίζω- ότι στηρίζεται και η προτροπή των συνηγόρων των συμβασιούχων, ανεξαρτήτως εποχής, να ακολουθήσουν προσφυγές. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η συνέχεια θα δοθεί στις δικαστικές αίθουσες».