Συνεδρίασε η Οικονομική Επιτροπή των Περιφερειών της Ευρώπης για να διαμορφώσει γνωμοδότηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις. Οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι ούτε οι ευρωπαϊκοί δήμοι και οι περιφέρειες είναι ευχαριστημένοι με τις νέες εφαρμογές και καλεί η Επιτροπή των Περιφερειών καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μην προχωρήσει σε νέες αλλαγές μέχρι να υπάρξει πλήρης αφομοίωση και εφαρμογή των οδηγιών σε εθνικό επίπεδο.
Εξάλλου με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένονται και οι κυβερνητικές αποφάσεις σχετικά με τον 4412. Η ΚΕΔΕ και η ΕΝΠΕ έχουν ζητήσει την άμεση αλλαγή του. Ο τ. Υπουργός κ. Σπίρτζης ισχυριζόταν ότι οι αλλαγές που ζητούσαν οι δήμαρχοι δεν γίνονται καθώς υπάρχουν Ευρωπαϊκές Οδηγίες που δεν μπορούν να παραβιαστούν από το εθνικό δίκαιο.
Εντωμεταξύ η Επιτροπή των Περιφερειών της Ευρώπης:
Υπογραμμίζει ότι η παρούσα γνωμοδότηση ακολουθεί τη δέσμευση της ΕΤΠ να δίνει feedback σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο σε σχέση με την «Task Force για την επικουρικότητα, την αναλογικότητα και την αποτελεσματικότητα» και την ατζέντα για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η ΕτΠ και το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Δήμων και Περιφερειών (CEMR) διεξήγαγαν μια κοινή έρευνα σε επίπεδο ΕΕ για την αξιολόγηση της εφαρμογής από μέρους των τοπικών και περιφερειακών αρχών του νομικού πλαισίου για τις δημόσιες συμβάσεις και ανέθεσε σχετική μελέτη. H ΕτΠ τονίζει ότι, λόγω των σημαντικών διαφορών στα επίπεδα συμμετοχής των διαφόρων κρατών μελών, τα αποτελέσματα της έρευνας δεν μπορούν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά σε επίπεδο ΕΕ, αλλά μπορούν να υποδεικνύουν μόνο τις τάσεις ·
Επισημαίνει ότι η εκτεταμένη μεταρρύθμιση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2014 μεταφέρθηκε στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών. Σε ορισμένες περιπτώσεις το 2016 και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ αργότερα. Τρία χρόνια από την έναρξη ισχύος της εθνικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων με άμεσο αποτέλεσμα, υπάρχει μόνο περιορισμένη εικόνα της πρακτικής εμπειρίας στην εφαρμογή αυτών των νόμων.
Επισημαίνει ότι τόσο οι αναθέτουσες αρχές όσο και οι προμηθευτές, μόλις προσαρμόστηκαν στο νέο σύστημα δημόσιων συμβάσεων και σε ορισμένες περιπτώσεις βρίσκονται ακόμη σε διαδικασία προσαρμογής . Υπογραμμίζει επίσης ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι προσαρμογές αυτές δεν συνεπάγονται ασήμαντο βάρος όσον αφορά την κατάρτιση και την παροχή συμβουλών, σε ορισμένες περιπτώσεις από εξωτερικούς νομικούς συμβούλους και υπό τις συνθήκες αυτές, πιστεύει ακράδαντα ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να εισαχθούν νέες νομοθετικές απαιτήσεις τα επόμενα χρόνια ·
Αποσαφηνίζει ότι η παρούσα γνωμοδότηση δεν επικεντρώνεται στις νέες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις αλλά αντιμετωπίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μέχρι σήμερα οι αναθέτουσες αρχές σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο όσον αφορά το ρυθμιστικό πλαίσιο Εξετάζει επίσης συγκεκριμένα ζητήματα που η Επιτροπή υπέβαλε πρόσφατα τον Οκτώβριο του 2017 στην μη νομοθετική ανακοίνωσή της σχετικά με την αποτελεσματικότερη, βιώσιμη και επαγγελματική προμήθεια δημοσίων συμβάσεων.
Υποστηρίζει το στόχο και τα βασικά χαρακτηριστικά των οδηγιών, ιδίως τις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις και τη διευκόλυνση της συμμετοχής των ΜΜΕ, τις νέες έννοιες για τις εσωτερικές δημόσιες συμβάσεις και τη συνεργασία μεταξύ δήμων, τη δυνατότητα των αρχών να χρησιμοποιούν στρατηγικά κριτήρια για τις δημόσιες συμβάσεις ως μέρος των δικών τους διαδικασιών χάραξης πολιτικής και την προώθηση της διαφάνειας και της ακεραιότητας ·
Υπογραμμίζει ότι, όπως δείχνουν τα αποτελέσματα της έρευνας, οι διασυνοριακές δημόσιες συμβάσεις δεν προσέφεραν προστιθέμενη αξία στις τοπικές και περιφερειακές αρχές. Αν και οι διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων σε επίπεδο ΕΕ διεξάγονται τακτικά, κοστίζοντας πολύ χρόνο και χρήμα, λίγοι συνάπτουν διασυνοριακές συμβάσεις.
Υπογραμμίζει ότι η ορθή εφαρμογή του νομικού πλαισίου για τις δημόσιες συμβάσεις έχει πλέον καταστεί αυτοσκοπός και όχι εργαλείο για την προμήθεια έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών ·
Υπογραμμίζει την ανάγκη αποσαφήνισης των συνθηκών στις οποίες επιτρέπεται στις τοπικές και περιφερειακές αρχές να προωθήσουν την τοπική οικονομική ανάπτυξη και τις τοπικές δομές προς το συμφέρον της βιωσιμότητας και των θετικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, χρησιμοποιώντας τις μικρές αλυσίδες εφοδιασμού (π.χ. την πρωτοβουλία Holz von hier) με την αρχή “αγοράστε τοπικά”.
Υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της τοπικής αυτοδιοίκησης, η δυνατότητα που επιτρέπεται στις μεταρρυθμίσεις του 2014 να ληφθούν υπόψη τα οικολογικά, κοινωνικά ή καινοτόμα κριτήρια για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να παραμείνει εξ ολοκλήρου στη διακριτική ευχέρεια της ενδιαφερόμενης τοπικής αρχής. Είναι της γνώμης ότι κάθε μελλοντική υποχρέωση εφαρμογής στρατηγικών στόχων για τις δημόσιες συμβάσεις σε οποιαδήποτε διαδικασία σύναψης συμβάσεων πρέπει να απορριφθεί σαφώς, προκειμένου να αποφευχθεί η περιττή υπερφόρτωση της διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεων · επισημαίνει ότι σε πολλές διαδικασίες σύναψης συμβάσεων δεν είναι σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι των στρατηγικών προμηθειών, για παράδειγμα στην περίπτωση τυποποιημένων διαδικασιών για την προμήθεια προϊόντων ·
Τονίζει τέλος ότι η αύξηση του αριθμού των πολιτικών στόχων αυξάνει τόσο την πιθανότητα σφαλμάτων όσο και τον κίνδυνο σύγκρουσης μεταξύ αυτών των στόχων και επισημαίνει ότι οι στόχοι των δημοσίων συμβάσεων μπορούν να επιτευχθούν μόνο στο μέτρο που δεν υπονομεύουν τον πρωταρχικό στόχο της παροχής στο κοινό αγαθών και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας σε λογική τιμή.

