Συμμετοχή στα Εθνικά Σχέδια Ανάκαμψης διεκδικεί η Ευρωπαϊκή Αυτοδιοίκηση

Η οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη, καθώς και η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, μπορούν να επιτύχουν μόνο εάν οι τοπικές και περιφερειακές αρχές συμμετάσχουν άμεσα στην προετοιμασία και την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (NRRPs). Μια στενή εταιρική σχέση μεταξύ όλων των επιπέδων διακυβέρνησης, των κοινωνικών εταίρων και των ΜΚΟ είναι υψίστης σημασίας για να διασφαλιστεί ότι τα NRRP ανταποκρίνονται στις περιφερειακές ανάγκες έτσι ώστε να αποφεύγονται οι αλληλοεπικαλύψεις με άλλες πολιτικές και άλλα ταμεία της ΕΕ. Αυτά είναι τα κύρια μηνύματα που έστειλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών (ΕτΠ) στις εθνικές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μέσω γνωμοδότησης που συνέταξε ο Rob Jonkman, του δήμου Opsterland, της Ολλανδίας. Το κείμενο εγκρίθηκε ομόφωνα στην Ολομέλεια της ΕτΠ την 1η Δεκεμβρίου.

Τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών εκφράζουν τη λύπη τους για το γεγονός ότι, στα περισσότερα κράτη μέλη, η προετοιμασία των NRRP ήταν κυρίως μια διαδικασία από πάνω προς τα κάτω και εκφράζουν τις ανησυχίες τους σχετικά με την έλλειψη υποεθνικής συμμετοχής στις φάσεις υλοποίησης και αξιολόγησης. Αυτή η προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο να συγκεντρωθούν σημαντικές δημόσιες επενδύσεις και να παραβλεφθούν οι εδαφικές διαφορές, υπονομεύοντας έτσι τον αντίκτυπο των σχεδίων ανάκαμψης.

Κατά συνέπεια, υποστηρίζει η Γνωμοδότηση ότι, οι περιφέρειες που ήδη υστερούσαν στην ανάπτυξή τους πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας μπορεί να υποστούν ακόμη μεγαλύτερο αναπτυξιακό χάσμα, είτε στην απασχόληση, στην υποστήριξη των επιχειρήσεων, είτε στην ψηφιοποίηση ή σε άλλους βασικούς τομείς πολιτικής. Επιπλέον, η ανεπαρκής συμμετοχή των περιφερειών και των δήμων εγκυμονεί τον κίνδυνο επικάλυψης των επενδύσεων μεταξύ των ταμείων ανάκαμψης και της πολιτικής συνοχής, δημιουργώντας ανταγωνισμό μεταξύ τους. Για αυτόν τον λόγο, οι τοπικοί ηγέτες βρίσκουν ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα θέσει σύντομα στο διαδίκτυο τον Πίνακα Αποτελεσμάτων για το Recovery and Resilience Facility (RRF). Όπως αναφέρεται σε επιστολή που απέστειλε ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Επιτροπής Valdis Dombrovskis στον Πρόεδρο της ΕτΠ Απόστολο Τζιτζικώστα και στον Πρόεδρο της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής της ΕτΠ, Michael Murphy, ο νέος πίνακας αποτελεσμάτων θα παρέχει πληροφορίες σχετικά με την επεξεργασία των αιτημάτων χρηματοδότησης από κέθε μέλος όποτε αυτό θα καταστήσει δυνατόν, να υπάρχει μια πιο εδαφικά προσανατολισμένη μέθοδο παρακολούθησης.

Για πολλούς δήμους και περιφέρειες, η κρίση του COVID-19 οδήγησε σε μείωση των εσόδων και αύξηση των δαπανών. Το δεύτερο Περιφερειακό και Τοπικό Βαρόμετρο, που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο από την ΕτΠ, εκτιμά ότι το οικονομικό κενό ήταν 180 δισεκατομμύρια ευρώ μόνο για το 2020. Η ΕτΠ υποστηρίζει ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη της έχουν καθήκον να βοηθήσουν επειγόντως τις τοπικές και περιφερειακές αρχές να απορροφήσουν τους κραδασμούς στα οικονομικά τους και να καταστήσουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες πιο βιώσιμες, ανθεκτικές και καλύτερα προετοιμασμένες για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες του πράσινου και του ψηφιακού μεταβάσεις, επίσης μέσω εθνικών σχεδίων ανάκαμψης.

Η ΕτΠ ζητά επίσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμπεριλάβει στην ετήσια έκθεσή της για την εφαρμογή του RRF ένα τμήμα σχετικά με τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών και καλεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διαδραματίσει πλήρως τον ρόλο του ως θεματοφύλακας των στόχων για την επίτευξη των σχεδίων ανάκαμψης, με τη συμμετοχή τοπικών και περιφερειακών αρχών σε τακτική βάση.

Ιστορικό:

Στις 24 Σεπτεμβρίου, η ΕτΠ – μαζί με τη σλοβενική Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ – πραγματοποίησε το πρώτο Φόρουμ Υψηλού Επιπέδου για την Περιφερειακή Ανάκαμψη και Ανθεκτικότητα. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, η οποία πραγματοποιήθηκε στη Lipica (Σλοβενία), ο Ευρωπαίος Επίτροπος για την Οικονομία, Paolo Gentiloni, τόνισε ότι μόνο με τη συνεργασία με περιφέρειες και δήμους μπορούν να επιτύχουν τα εθνικά σχέδια ανάκαμψης.

Το RRF είναι χρηματοδοτικό εργαλείο, ύψους 723,8 δισεκατομμυρίων ευρώ (σε τρέχουσες τιμές, εκ των οποίων 338 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και 385,8 δισεκατομμύρια ευρώ σε δάνεια) και έχει σχεδιαστεί για τη στήριξη των κρατών μελών στην πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων και στις επενδύσεις.