Σοβαρό θεσμικό και διοικητικό πρόβλημα αποκαλύπτεται πίσω από το γεγονός ότι περίπου 4 στους 5 δήμους της χώρας δεν κατέθεσαν εμπρόθεσμα προϋπολογισμό, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, ακόμη και σε σημαντικό μέρος εκείνων που κατέθεσαν, οι προϋπολογισμοί παρουσιάζουν εκτεταμένα σφάλματα, ασυνέπειες και τεχνικές αδυναμίες.
Το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε φόρτο εργασίας ή σε έλλειψη προσωπικού. Αντίθετα, συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που επιχειρήθηκε η μετάβαση των δήμων στο νέο λογιστικό πλαίσιο (Π.Δ. 54/2018) και ειδικότερα με την επιλογή της αποσπασματικής κάλυψης κρίσιμων αναγκών μέσω απευθείας αναθέσεων περιορισμένου αντικειμένου και κόστους.
Η ίδια η Αγορά ρύθμισε τις αμοιβές στις 30.000 ευρώ + ΦΠΑ ενώ πολλοί δήμοι που δεν είχαν οικονομικές δυνατότητες μείωσαν τις υπηρεσίες προκειμένου να μειώσουν και τις δαπάνες. Έτσι είχαμε άλλη μια κοστοβόρο δαπάνη χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Να σημειώσουμε ότι το σκέλος του Πολυετούς Προγραμματισμού σχεδόν αγνοήθηκε παντελώς.
Ανεπαρκείς υπηρεσίες για μια δομική μεταρρύθμιση
Η μετάβαση στο νέο Λογιστικό Πλαίσιο της Γενικής Κυβέρνησης δεν αποτελεί απλή τεχνική προσαρμογή. Πρόκειται για δομική αλλαγή που επηρεάζει:
- τον τρόπο σύνταξης του προϋπολογισμού,
- τη σύνδεση προϋπολογισμού – λογιστικής – απολογισμού,
- τις οικονομικές καταστάσεις,
- τη δημοσιονομική εποπτεία,
- και τελικά τη δυνατότητα των δήμων να λειτουργούν κανονικά.
Είναι ένα σύστημα Επιχειρησιακής Ευφυίας που μένει αναξιοποίητο τελικά. Όπως φάνηκε από τις αναθέσεις σχεδόν καμία δημοτική αρχή και καμία δημοτική υπηρεσία δεν αντιλήφθηκε την διοικητική αξία αυτής της μεταρρύθμισης.
Ωστόσο, σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, η υποστήριξη που επιλέχθηκε περιορίστηκε σε συμβάσεις ύψους 10.000 έως 30.000 ευρώ, οι οποίες αντικειμενικά δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των απαιτήσεων μιας τέτοιας μετάβασης. Αλλά και το μεγάλο εύρος της ίδιας ακριβώς υπηρεσίας δείχνει την ανομοιογένεια των αντιλήψεων που επικράτησαν στις δημοτικές αρχές.
Οι συμβάσεις αυτές θα έπρεπε να περιλάμβαναν:
- αντιστοίχιση λογαριασμών,
- μερική αναδιατύπωση οικονομικών καταστάσεων,
- περιορισμένη ή τυπική εκπαίδευση προσωπικού,
χωρίς όμως: - πλήρη έλεγχο δεδομένων,
- ουσιαστική υποστήριξη κατά τη σύνταξη του προϋπολογισμού,
- διασύνδεση με τα πληροφοριακά συστήματα,
- ή συνεχή τεχνική υποστήριξη σε πραγματικό χρόνο.
Το αποτέλεσμα ήταν οι οικονομικές υπηρεσίες πολλών δήμων να βρεθούν με τυπικά παραδοτέα αλλά χωρίς λειτουργικό αποτέλεσμα.
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις προβλημάτων
Σε αρκετές περιπτώσεις που εξετάστηκαν (40 συμβάσεις από το myota.gr), προκύπτουν κοινά προβλήματα:
- Προϋπολογισμοί με ασύμβατα μεγέθη, όπου τα έσοδα και οι δαπάνες δεν «δένουν» με τα νέα λογιστικά σχήματα.
- Λανθασμένες αντιστοιχίσεις λογαριασμών, που οδηγούν σε στρεβλή απεικόνιση της οικονομικής κατάστασης.
- Ανεπαρκής τεκμηρίωση των μεταφερόμενων υπολοίπων, γεγονός που μπλοκάρει τον έλεγχο.
- Έλλειψη πραγματικής εκπαίδευσης των στελεχών, με αποτέλεσμα οι ίδιες οι οικονομικές υπηρεσίες να αδυνατούν να υποστηρίξουν τον προϋπολογισμό μετά την αποχώρηση του αναδόχου.
- Ασυνέχεια μεταξύ σύμβασης και προϋπολογιστικής διαδικασίας, καθώς η υποστήριξη συχνά σταματά πριν από το κρίσιμο στάδιο της κατάθεσης.
Έτσι εξηγείται γιατί, ακόμη και σε δήμους που τυπικά «κατέθεσαν», ο προϋπολογισμός χαρακτηρίζεται από τις αρμόδιες αρχές ως προβληματικός ή μη αποδεκτός. Αποκλειστικές πληροφορίες του myota.gr αναφέρουν μπροστά στο μέγεθος της αποτυχίας το Υπουργείο Εσωτερικών έδωσε εντολή στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις να εγκρίνουν τους ελάχιστους προϋπολογισμούς που κατατέθηκαν και να αναβάλουν για την 1η υποχρεωτική αναμόρφωση τους πραγματικούς ελέγχους.
Το πρόβλημα των απευθείας αναθέσεων
Οι απευθείας αναθέσεις, αν και νόμιμες, χρησιμοποιήθηκαν ως μόνιμος μηχανισμός αντιμετώπισης μιας συστημικής μεταρρύθμισης.
Αντί για:
- κεντρικό σχεδιασμό,
- ενιαία τεχνική υποστήριξη,
- κοινά εργαλεία και οδηγίες,
οι δήμοι αφέθηκαν να κινηθούν μόνοι τους, αναθέτοντας μερικές και αποσπασματικές υπηρεσίες, συχνά με στόχο απλώς να «προλάβουν τις προθεσμίες».
Το αποτέλεσμα είναι σήμερα ορατό:
- καθυστερήσεις,
- απορρίψεις,
- διορθώσεις επί διορθώσεων,
- και τελικά αδυναμία άσκησης ουσιαστικής οικονομικής διοίκησης.
Ένα θεσμικό αδιέξοδο με πολιτικές συνέπειες
Η αδυναμία κατάθεσης ή ορθής σύνταξης προϋπολογισμού δεν είναι τεχνικό ζήτημα.
Είναι πλήγμα στη θεσμική λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς χωρίς εγκεκριμένο και αξιόπιστο προϋπολογισμό:
- δεν μπορούν να υλοποιηθούν πολιτικές,
- δεν μπορούν να προχωρήσουν έργα,
- δεν μπορεί να υπάρξει διαφάνεια και έλεγχος.
- δεν υπάρχει ανάλυση δεδομένων για να χαραχτούν βέλτιστες πολιτικές
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους υπαλλήλους των δήμων. Βρίσκεται στην έλλειψη επαρκούς, συντονισμένης και ουσιαστικής υποστήριξης για μια αλλαγή που επιβλήθηκε οριζόντια, αλλά υλοποιήθηκε αποσπασματικά. Να μην ξεχνάμε ότι η μετάβαση έγινε υποχρεωτική μόνο για τους Δήμους ως πείραμα.
Όταν 4 στους 5 δήμους δεν καταφέρνουν να καταθέσουν προϋπολογισμό και όταν ακόμη και οι κατατεθειμένοι εμφανίζουν σοβαρά σφάλματα, δεν πρόκειται για μεμονωμένη αστοχία.
Πρόκειται για συστημικό πρόβλημα σχεδιασμού και εφαρμογής πολιτικής, στο οποίο οι απευθείας αναθέσεις χαμηλού κόστους λειτούργησαν ως πρόχειρο υποκατάστατο μιας αναγκαίας, αλλά ποτέ ολοκληρωμένης, μεταρρύθμισης.

