Κυριακή, 12 Απριλίου, 2026
spot_img
ΑρχικήΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ170ή σύνοδος ολομέλειας Σχέδιο Γνωμοδότησης: Αξιολόγηση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις

170ή σύνοδος ολομέλειας Σχέδιο Γνωμοδότησης: Αξιολόγηση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις

Εισηγητής: Roberto Gualtieri (IT/PES)

Δήμαρχος Ρώμης

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ (ΕτΠ)

  1. Επικροτεί την αξιολόγηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των οδηγιών του 2014 για τις δημόσιες συμβάσεις, ενόψει της πρότασης αναθεώρησης που αναμένεται για το 2026, και αναγνωρίζει την ανάγκη επικαιροποίησης αυτής της βασικής νομοθεσίας, η οποία έχει σημαντικό αντίκτυπο στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), καθώς και στους πολίτες και τις επιχειρήσεις τους.
  2. Υπογραμμίζει ότι περίπου 14 % του ΑΕγχΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης δαπανάται μέσω δημόσιων συμβάσεων και ότι σχεδόν το ήμισυ (περίπου 45 %) αυτού τελεί υπό τη διαχείριση των αναθετόντων ΟΤΑ, γεγονός που καθιστά ζωτικής σημασίας να ληφθούν δεόντως υπόψη οι απόψεις και η εμπειρία τους κατά την αναθεώρηση και να συμμετέχουν δομικά σε όλα τα στάδια κατάρτισης και υλοποίησης της αναθεώρησης.
  3. Επικροτεί την αναγνώριση από την Επιτροπή της συμβολής της ΕτΠ στην αξιολόγηση μέσω της μελέτης της του 2025 και της διαβούλευσης με τους περιφερειακούς κόμβους· εκφράζει επίσης την ικανοποίησή της για την καλή συνεργασία μεταξύ της ΕτΠ και της Επιτροπής για τη συλλογή στοιχείων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολόγησης και, στο πλαίσιο αυτό, ζητεί τη δημιουργία διάδοχου της πλατφόρμας «Fit for Future» και τη συμμετοχή της ΕτΠ σε αυτήν.
  4. Σημειώνει ότι, στο πλαίσιο αυτό, οι αναθέτοντες ΟΤΑ επιβαρύνονται όλο και περισσότερο από αυστηρούς κανόνες της ΕΕ, πολύπλοκες νομικές απαιτήσεις και υπερβολικούς διοικητικούς περιορισμούς, ενώ αντιμετωπίζουν επίσης έλλειψη οικονομικών και ανθρώπινων πόρων, ιδίως σε μικρότερους δήμους και περιφέρειες.
  5. Παραπέμπει στη γνωμοδότησή της του 2019 και στη διαβούλευση του RegHub σχετικά με το θέμα αυτό, η οποία είχε ήδη εντοπίσει ορισμένες προκλήσεις εφαρμογής σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο, πολλές από τις οποίες έχουν επιβεβαιωθεί στην αξιολόγηση της Επιτροπής και στην έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου του 2023 σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις.
  6. Εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η επικείμενη αναθεώρηση θα αξιοποιήσει την απτή εμπειρία των ΟΤΑ, η οποία αναδεικνύει τόσο τα πλεονεκτήματα των οδηγιών του 2014 όσο και τους τομείς στους οποίους απαιτείται περαιτέρω βελτίωση· υπογραμμίζει ότι η επιτυχία του νέου πλαισίου θα εξαρτηθεί τελικά από τη διοικητική και την τεχνική ικανότητα των αναθετουσών αρχών, συμπεριλαμβανομένων των ΟΤΑ, που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των νέων κανόνων, και, ως εκ τούτου, καλεί την Επιτροπή να μην θεσπίσει πρόσθετες διαδικαστικές υποχρεώσεις, υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων ή άλλες υποχρεώσεις για τους ΟΤΑ.
  7. Παροτρύνει την Επιτροπή να ενσωματώσει περαιτέρω την εδαφική διάσταση στην εξαγγελθείσα πρόταση αναθεώρησης και να εξετάσει το ενδεχόμενο διενέργειας της δέουσας εκτίμησης εδαφικού αντικτύπου και ενσωμάτωσής της στη διαδικασία κατάρτισης. Ζητεί επίσης να διενεργηθεί προσεκτική εκτίμηση κανονιστικού αντικτύπου των δυνητικών νέων κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών και των σχετικών με την ανταγωνιστικότητα επιπτώσεων, με ιδιαίτερη προσοχή στις ΜμΕ (μικρομεσαίες επιχειρήσεις), τις νεοφυείς επιχειρήσεις και τους μικρότερους δήμους.
  8. Σημειώνει ότι οι διασυνοριακές δημόσιες συμβάσεις παραμένουν υπερβολικά περιορισμένες, καθώς οι γλωσσικοί φραγμοί, τα διαφορετικά νομικά συστήματα και η διοικητική πολυπλοκότητα εξακολουθούν να αποτρέπουν τη συμμετοχή επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη· ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με τις διασυνοριακές δημόσιες συμβάσεις και καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης των διασυνοριακών δημόσιων συμβάσεων, με παράλληλη διασφάλιση ότι τα εθνικά πλαίσια για τις δημόσιες συμβάσεις κάτω του κατώτατου ορίου διατηρούν την ευελιξία χωρίς να προσθέτουν περιττά επίπεδα ρύθμισης που πλήττουν τόσο τους ΟΤΑ όσο και τις επιχειρήσεις.

Οι αρχές των δημοσίων συμβάσεων

  1. Ζητεί η αναθεώρηση να ενοποιήσει και να απλουστεύσει τις γενικές αρχές στις οποίες βασίζεται ήδη το πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις, διασφαλίζοντας μεγαλύτερη συνοχή και χρηστικότητα. Υπενθυμίζει ότι οι οδηγίες περιέχουν υπερβολικά περιοριστικές και λεπτομερείς διατάξεις και ότι οι αρχές είναι απαραίτητες για κάθε προσπάθεια απλούστευσης, καθώς μειώνουν την ανάγκη για λεπτομερείς διατάξεις. Σημειώνει ότι σαφέστερες γενικές αρχές θα προωθούσαν τη συνεπή ερμηνεία, θα μείωναν τις δικαστικές διαφορές και θα επέτρεπαν στις αναθέτουσες αρχές να ασκούν αναλογική και αιτιολογημένη διακριτική ευχέρεια· τονίζει δε ότι η προσέγγιση αυτή θα στηρίξει επίσης τη σταδιακή σύγκλιση των δημόσιων συμβάσεων κάτω από το κατώτατο όριο, χωρίς να επιβάλλει νέες υποχρεώσεις στους ΟΤΑ.
  2. Ζητεί η αναθεώρηση να εισαγάγει μια αρχή αποτελέσματος, σύμφωνα με την οποία οι αναθέτουσες αρχές επιδιώκουν την ανάθεση και την εκτέλεση συμβάσεων με τη δέουσα επικαιρότητα, ποιότητα και σχέση ποιότητας/τιμής, προς το συμφέρον των πολιτών και σύμφωνα με τους στόχους της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ανταγωνιστικότητας και της μείωσης του περιττού διοικητικού φόρτου. Επισημαίνει ότι μια τέτοια αρχή δεν μεταβάλλει τις υφιστάμενες νομικές υποχρεώσεις και δεν επεκτείνει τον δικαστικό έλεγχο, αλλά στηρίζει τις διοικήσεις στην εστίαση στην ουσία των δημόσιων συμβάσεων και όχι στην τυπολατρία, συμβάλλοντας στην αποφυγή διαφορών που βασίζονται σε επουσιώδεις παρατυπίες· υπογραμμίζει δε ότι μια προσέγγιση προσανατολισμένη στα αποτελέσματα θα μπορούσε να βοηθήσει τις αναθέτουσες αρχές που προσπαθούν να προχωρήσουν πέρα από τη λογική των χαμηλότερων τιμών και να χρησιμοποιούν τις δημόσιες συμβάσεις ως στρατηγικό μέσο για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την επίτευξη στρατηγικών στόχων, διατηρώντας παράλληλα πλήρως την τοπική αυτονομία και την αρχή της επικουρικότητας.
  3. Υπογραμμίζει ότι η αρχή αυτή αποσκοπεί στην ενίσχυση, και όχι στην αντικατάσταση, των καθιερωμένων αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας· τονίζει ότι ο ρόλος της είναι να καταστήσει τις αρχές αυτές αποτελεσματικότερες, προσανατολίζοντας την εφαρμογή τους προς τη δημιουργία μετρήσιμης δημόσιας αξίας, διατηρώντας παράλληλα πλήρη ασφάλεια δικαίου και θεμιτό ανταγωνισμό· ζητεί μια συνοπτική και σαφώς καθορισμένη δέσμη συνοδευτικών μέτρων —συμπεριλαμβανομένων ερμηνευτικών κατευθυντήριων γραμμών, πρότυπων παραδειγμάτων και μάθησης από ομοτίμους— προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη, να αποφευχθούν αποκλίνουσες ερμηνείες, να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στους αγοραστές του δημόσιου τομέα εντός ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού πλαισίου και να διασφαλιστεί ότι επιτυγχάνεται αποτελεσματικά η επιδιωκόμενη μείωση των δικαστικών διαφορών.
  4. Ζητεί πιο ευέλικτη εφαρμογή των κανόνων για τις τροποποιήσεις των συμβάσεων κατά την εκτέλεσή τους· θεωρεί ότι η αρχή της συμβατικής ισορροπίας θα ενθαρρύνει τις αναθέτουσες αρχές, όταν αντιμετωπίζουν απρόβλεπτους κλυδωνισμούς στις τιμές ή στην αγορά, να δίνουν προτεραιότητα στα διορθωτικά μέτρα συντήρησης που αποκαθιστούν την οικονομική ισορροπία της σύμβασης αντί να καταγγέλλουν τη σύμβαση· σημειώνει δε ότι μια τέτοια προσέγγιση θα μειώσει τις δικαστικές διαφορές και θα διασφαλίσει τη συνέχεια στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών. Απαιτείται επίσης μια πιο ευέλικτη προσέγγιση όσον αφορά τις τροποποιήσεις των συμβάσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέχιση των συμβάσεων όταν οι κύριοι προμηθευτές δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους λόγω πτώχευσης, αφερεγγυότητας κ.λπ.
  5. Ζητεί η αναθεώρηση να αποσαφηνίσει και να κωδικοποιήσει έναν γενικό κανόνα συμπεριφοράς που θα βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στην προστασία των θεμιτών προσδοκιών στις δημόσιες συμβάσεις, αντικατοπτρίζοντας τις αρχές που έχουν ήδη αναγνωριστεί στο δίκαιο της Ένωσης· θεωρεί ότι ένας τέτοιος κανόνας θα υποστηρίξει την αναλογική και συνεργατική συμπεριφορά των αναθετουσών αρχών και των οικονομικών φορέων, θα μειώσει τις δικαστικές διαφορές που οφείλονται σε ήσσονος σημασίας τυπικά ζητήματα και θα ενισχύσει την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής του αποτελέσματος· τονίζει ότι η αποσαφήνιση αυτή δεν θα πρέπει να δημιουργεί νέες νομικές υποχρεώσεις ή να επεκτείνει τον δικαστικό έλεγχο, αλλά να παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου των δημόσιων συμβάσεων· σημειώνει δε την ανάγκη για σαφέστερη καθοδήγηση σχετικά με τον επιμερισμό των αρμοδιοτήτων και την αποζημίωση σε περιπτώσεις ανάθεσης μη συμμορφούμενων συμβάσεων.
  6. Ζητεί να αποσαφηνιστεί και να εδραιωθεί η αρχή της προστασίας των εργαζομένων ως στοιχείο θεμιτού και υπεύθυνου ανταγωνισμού. Επισημαίνει ότι η συμμόρφωση με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και τα πρότυπα επαγγελματικής ασφάλειας απαιτείται ήδη από τις ισχύουσες οδηγίες και αποτελεί μέρος των όρων ισότητας για όλους τους προσφέροντες· ειδικότερα, λαμβάνει υπό σημείωση την εξελισσόμενη νομολογία σχετικά με τους κοινωνικούς όρους στα κριτήρια ανάθεσης βάσει της οδηγίας 2014/24/ΕΕ , σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική. Τονίζει ότι η εφαρμογή αυτής της αρχής μπορεί να διασφαλιστεί με πλήρη σεβασμό της πολυμορφίας των εθνικών συστημάτων εργασίας και των παραδόσεων συλλογικών διαπραγματεύσεων, που θα επιτρέπει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τους καταλληλότερους μηχανισμούς εντός των νομικών τους πλαισίων· θεωρεί δε ότι οι σαφέστερες κατευθυντήριες γραμμές και η συνεπής επιβολή θα προστατεύσουν τόσο τους εργαζομένους όσο και τις συμμορφούμενες επιχειρήσεις, θα ενισχύσουν την ασφάλεια δικαίου για τις αναθέτουσες αρχές και τους υπεργολάβους και θα αποτρέψουν την έκθεση των τοπικών οικονομικών φορέων σε αθέμιτο ανταγωνισμό λόγω υποτιμολόγησης των μισθών ή των κοινωνικών προτύπων.

Οι δημόσιες συμβάσεις και οι τρέχουσες παγκόσμιες προκλήσεις

  1. Υπογραμμίζει ότι οι εξελίξεις στην παγκόσμια σκηνή μετά τη θέσπιση των οδηγιών του 2014 απαιτούν επαναξιολόγηση διαφόρων πτυχών των εργαλείων και των στόχων για τις δημόσιες συμβάσεις, χωρίς περιττή νέα διοικητική επιβάρυνση, και καλεί, ως εκ τούτου, την ΕΕ να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αγοραστική της δύναμη ως μοχλό για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών τιμών για τα δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, να στηρίξει τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, να προωθήσει στρατηγικούς τομείς όπως η άμυνα ή η ενέργεια μέσω κοινών προμηθειών ή μακροπρόθεσμων συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, και να ενθαρρύνει τις επενδύσεις στην καινοτομία· τονίζει δε ότι οι δημόσιες συμβάσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως καθοριστικός μοχλός καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας όταν συνδέονται με το οικοσύστημα επιχειρηματικών κεφαλαίων της Ευρώπης, επιτρέποντας στις ελπιδοφόρες νεοφυείς και αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις να δοκιμάζουν και να εμπορεύονται λύσεις μέσω της δημόσιας ζήτησης.
  2. Επιδοκιμάζει, για ορισμένους σαφώς καθορισμένους και περιορισμένους τομείς των δημόσιων συμβάσεων, την αρχή της καθιέρωσης της προτίμησης «Made in Europe» που θα εφαρμόζεται κατά περίπτωση από τις αναθέτουσες αρχές· θεωρεί ότι, σε στρατηγικούς τομείς, μια τέτοια αρχή θα μπορούσε να ενισχύσει την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και την ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων· τονίζει δε ότι η Ευρώπη θα πρέπει να πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη και την εφαρμογή λύσεων χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών σε τομείς στους οποίους είναι δύσκολο να μειωθούν οι εκπομπές, αξιοποιώντας τις δημόσιες συμβάσεις και τη συντονισμένη βιομηχανική πολιτική για την τόνωση της ζήτησης και την επιτάχυνση του μετασχηματισμού της αγοράς. Ζητεί, ωστόσο, μια καλά σταθμισμένη εφαρμογή που θα σέβεται πλήρως τις διεθνείς νομικές δεσμεύσεις και θα λαμβάνει υπόψη τις επιχειρησιακές πραγματικότητες και τις πραγματικότητες των προμηθειών και της αγοράς. Υπογραμμίζει ότι πρέπει να θεσπιστούν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια για τον καθορισμό του τι χαρακτηρίζεται ως «Made in Europe» και ως «Ευρωπαίος προμηθευτής» και ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι στρατηγικοί τομείς στους οποίους εισάγεται η προτίμηση, και ότι η επαλήθευση της συμμόρφωσης αυτής δεν θα πρέπει να εναπόκειται στους ΟΤΑ αλλά να τους επιτρέπει να προμηθεύονται ενωσιακά προϊόντα από ενωσιακούς προμηθευτές για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της ασφάλειας εφοδιασμού και της αυτονομίας τους· υπενθυμίζει δε ότι κάθε τέτοια ρήτρα προτίμησης πρέπει να σέβεται τους κανόνες ανταγωνισμού και εμπορίου της ΕΕ.
  3. Υπογραμμίζει ότι η κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα θα πρέπει να διατηρηθεί σε εθελοντική βάση, και όχι σε βάρος της αρχής της επικουρικότητας και της αυτοδιοίκησης και της έμπρακτης κατάστασης που βιώνουν οι ΟΤΑ ή της συμμετοχής των ΜμΕ, και λαμβανομένων πάντα υπόψη των συνθηκών της αγοράς, καθώς και των ισχυόντων εθνικών και ενωσιακών προτύπων· τονίζει δε ότι αυτά τα κριτήρια στις δημόσιες συμβάσεις πρέπει να συμβαδίζουν με την απλούστευση, την ασφάλεια δικαίου και τη συνεργασία με τους οικονομικούς φορείς, και μόνο όπου υπάρχει διαθεσιμότητα στην αγορά.
  4. Τονίζει ότι είναι σημαντικό οι ΟΤΑ να είναι σε θέση να καλύπτουν τους κινδύνους για την εθνική ασφάλεια και εκτός του πλαισίου της οδηγίας για την άμυνα (2009/81/ΕΚ) και ζητεί να ληφθούν μέτρα ώστε να καταστεί δυνατός ο αποκλεισμός όχι μόνο των προσφερόντων ή των υπεργολάβων τους για την πρόληψη κινδύνων για την (εθνική) ασφάλεια ζωτικού συμφέροντος, αλλά και της χρήσης προϊόντων ή εξαρτημάτων ή υπηρεσιών που ενέχουν τέτοιους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας θέσπισης συστήματος αναγνώρισης για τις δημόσιες συμβάσεις, παρόμοιου με την οδηγία για τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, με έμφαση στους κινδύνους για την ασφάλεια (για παράδειγμα, υπηρεσίες ασφάλειας ΤΠ).
  5. Διαπιστώνει ότι η εφαρμογή της βέλτιστης σχέσης τιμής-απόδοσης, που ορίζεται ως το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς όταν οι αξιολογούμενες παράμετροι υπερβαίνουν απλά την τιμή ή το κόστος, δεν έχει μέχρι στιγμής βελτιώσει επαρκώς τον ανταγωνισμό στην πράξη. Σημειώνει ότι πολλά περιβαλλοντικά, κοινωνικά και ποιοτικά πρότυπα είναι ήδη ενσωματωμένα στον σχεδιασμό των έργων και στις τεχνικές προδιαγραφές. Επιμένει ότι το αναθεωρημένο πλαίσιο θα πρέπει να κάνει ευρύτερη χρήση της βέλτιστης σχέσης τιμής-απόδοσης για την προώθηση συμβάσεων που βασίζονται στην αξία και ανταμείβουν την καινοτομία και τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιδόσεις, αποφεύγοντας παράλληλα κάθε υποχρεωτική εφαρμογή σε όλες τις διαδικασίες, γεγονός που θα αύξανε τον διοικητικό φόρτο, ιδίως σε μικρότερες συμβάσεις. Τονίζει την ανάγκη διεξοδικής εκτίμησης των επιπτώσεων αυτών των αλλαγών, ιδίως για τους ΟΤΑ, τις ΜμΕ και τις νεοσύστατες επιχειρήσεις. Ζητεί την αναπροσαρμογή της έννοιας «κριτηρίου που συνδέεται με το αντικείμενο της σύμβασης», ώστε να είναι σαφέστερη η εφαρμογή του από τα κράτη μέλη και να συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).
  6. Συνιστά στην Επιτροπή να αξιολογήσει την εμπειρία των περιοχών όπου έχουν θεσπιστεί ειδικές υποχρεώσεις για τη χρήση του κριτηρίου της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς για συγκεκριμένους τομείς συμβάσεων στους οποίους η ποιότητα είναι απαραίτητη —όπως οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες φροντίδας, η νοσοκομειακή και η σχολική εστίαση, οι υπηρεσίες υψηλής έντασης εργασίας, οι υπηρεσίες μηχανικού και αρχιτέκτονα, τα ολοκληρωμένα έργα, οι ανταγωνιστικοί διάλογοι, οι συμπράξεις καινοτομίας και οι συμβάσεις που περιλαμβάνουν υψηλό τεχνολογικό ή καινοτόμο περιεχόμενο— προκειμένου να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των εν λόγω διατάξεων.
  7. Ζητεί ένα σαφέστερο και συνεπέστερο πλαίσιο της ΕΕ για την υπεργολαβία, αναγνωρίζοντας τον κεντρικό ρόλο της στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων για τις δημόσιες συμβάσεις. Τονίζει ότι το άρθρο 71 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ θα πρέπει να αναθεωρηθεί προκειμένου να ενισχυθούν η διαφάνεια, η κοινωνική και περιβαλλοντική συμμόρφωση και ο θεμιτός ανταγωνισμός σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού, μέσω αναλογικών απαιτήσεων εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ενημέρωσης με παράλληλη μείωση του περιττού ρυθμιστικού φόρτου, περιορισμό, όπου κρίνεται σκόπιμο, της αλυσιδωτής υπεργολαβίας και με εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των εργασιακών υποχρεώσεων και των υποχρεώσεων βιωσιμότητας καθ’ όλο το μήκος της αλυσίδας υπεργολαβίας. Υπογραμμίζει ότι τα μέτρα αυτά θα συνδυάσουν τον ανοικτό ανταγωνισμό με την ανθεκτικότητα, την ασφάλεια του εφοδιασμού και τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ· θεωρεί δε ότι, σε τομείς υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος, όπως οι πράσινες τεχνολογίες και η ψηφιακή καινοτομία, η στοχευμένη υπεργολαβία σε ΜμΕ θα μπορούσε να στηρίξει τη βιομηχανική ικανότητα και την καινοτομία, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω μηχανισμοί παραμένουν αναλογικοί και δεν εισάγουν διακρίσεις.
  8. Ζητεί τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για τις περιφερειακές και τις τοπικές δημόσιες υπηρεσίες μη διασυνοριακού χαρακτήρα, όπως η φροντίδα παιδιών και νέων, η φροντίδα ηλικιωμένων, οι υπηρεσίες σίτισης, οι αθλητικές εγκαταστάσεις, η στέγαση αστέγων και προσφύγων, καθώς δεν παρέχονται υπό τις συνθήκες της ευρωπαϊκής αγοράς, και το περιφερειακό και το τοπικό πλαίσιο έχει μεγαλύτερη σημασία· τα μέτρα αυτά θα επιτρέψουν την καλύτερη εξυπηρέτηση του υποκείμενου σκοπού τους, ήτοι της δίκαιης και ισότιμης κατανομής των πρωτογενών κοινωνικών αγαθών στις φιλελεύθερες δημοκρατίες.

Απλοποιήσεις και αποσαφηνίσεις

  1. Καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι η πρότασή της για την αναθεώρηση λαμβάνει υπόψη όλη τη σχετική τομεακή νομοθεσία της ΕΕ που αλληλεπιδρά συστηματικά με τους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις, όπως τονίζεται τόσο στην αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και στη συνεισφορά της ΕτΠ. Υπογραμμίζει τη σημασία της αντιμετώπισης αυτής της ειδικής τομεακής νομοθεσίας ξεχωριστά και με συνέπεια στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης, προκειμένου να γίνεται καλύτερη διάκριση μεταξύ μιας γενικής οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις που επικεντρώνεται στον τρόπο αγοράς και μιας τομεακής νομοθεσίας που επικεντρώνεται περισσότερο στο τι πρέπει να αγοραστεί.
  2. Καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει και να προσαρμόσει τα κατώτατα όρια για τις δημόσιες συμβάσεις ώστε να αντικατοπτρίζουν, αν μη τι άλλο, την εξέλιξη των τιμών και τον πληθωρισμό· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η σύγκλιση κάτω από το κατώτατο όριο είναι εξίσου σημαντική για την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς και την προώθηση της συνεκτικής εφαρμογής των αρχών των δημόσιων συμβάσεων που συζητήθηκαν ανωτέρω σε ολόκληρη την ΕΕ, και παροτρύνει την Επιτροπή να προωθήσει την εν λόγω σύγκλιση μέσω καθοδήγησης, κοινών ψηφιακών εργαλείων και μέσω των εν λόγω αρχών, διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία που αρμόζει στις τοπικές και τις περιφερειακές συμβάσεις και αποφεύγοντας την πλήρη και υποχρεωτική εναρμόνιση των κανόνων της ΕΕ για δημόσιες συμβάσεις κάτω από το κατώτατο όριο. Υπενθυμίζει δε την ανάγκη η παρούσα διαδικασία αναθεώρησης να συνεκτιμά με συνέπεια όλη τη σχετική τομεακή νομοθεσία της ΕΕ που συνδέεται με τις δημόσιες συμβάσεις.
  3. Συνιστά να επιτραπεί στις αναθέτουσες αρχές να εγκρίνουν μέτρα απλούστευσης που δεν θέτουν σε κίνδυνο τη διαφάνεια, για παράδειγμα επεκτείνοντας σε όλες τις περιπτώσεις δημόσιων συμβάσεων τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ να επαληθεύουν τη συμμόρφωση με τα κριτήρια επιλογής μόνο για τον επιτυχόντα προσφέροντα· θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθούν περιττοί και επαχθείς έλεγχοι σε όλους τους συμμετέχοντες, καθιστώντας τις διαδικασίες ταχύτερες και πιο αναλογικές χωρίς να μειωθούν οι νομικές διασφαλίσεις.
  4. Επισημαίνει ότι η έλλειψη ευελιξίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης και κατά την εκτέλεσή της ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να περιορίσει τη συνεργασία και να αποτρέψει την εξεύρεση των βέλτιστων λύσεων. Ζητεί συνεπώς το αναθεωρημένο πλαίσιο να παρέχει σαφέστερες και πιο αναλογικές δυνατότητες χρήσης της διαπραγματευτικής διαδικασίας, όπως του ανταγωνιστικού διαλόγου και της ανταγωνιστικής διαδικασίας με διαπραγμάτευση, και δυνατότητες προσαρμογών κατά την εκτέλεση, χωρίς να υπονομεύονται η διαφάνεια, ο ανταγωνισμός ή η ασφάλεια δικαίου.
  5. Προσυπογράφει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕΕΠ) χρειάζεται αναθεώρηση· υπογραμμίζει ότι αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφέστερη και πιο υπεύθυνη χρήση της διακριτικής ευχέρειας σε μη αυτόματες εξαιρέσεις, με εξισορρόπηση της ακεραιότητας της αγοράς με το τεκμήριο της αθωότητας· ζητεί δε ένα πιο ομοιόμορφο και τεκμηριωμένο πλαίσιο της ΕΕ για την αυτοκάθαρση, το οποίο θα διασφαλίζει ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη έγκαιρα και επαληθεύσιμα διορθωτικά μέτρα από τους οικονομικούς φορείς. Τονίζει ότι τα συστήματα αποκλεισμού πρέπει να αποτρέπουν αποτελεσματικά την πρόσβαση μη σοβαρών φορέων σε δημόσιες συμβάσεις, επιτρέποντας παράλληλα στα κράτη μέλη να θεσπίζουν πρόσθετους αναλογικούς λόγους αποκλεισμού, όπου αυτό δικαιολογείται.
  6. Σημειώνει ότι το άρθρο 56 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να ζητούν διευκρινίσεις ή έγγραφα που λείπουν, αλλά παραμένει υπερβολικά γενικό και δημιουργεί αβεβαιότητα σχετικά με το τι μπορεί να διορθωθεί χωρίς να επηρεάζεται ο ανταγωνισμός. Ζητεί έναν σαφέστερο και ενιαίο κανόνα σε επίπεδο ΕΕ, ο οποίος θα διακρίνει μεταξύ: α) της αμιγώς διαδικαστικής συνδρομής που περιορίζεται σε διοικητικές ενσωματώσεις ή σφάλματα εκ παραδρομής, β) της αυστηρής απαγόρευσης της τροποποίησης της τεχνικής ή της χρηματοοικονομικής ουσίας των προσφορών, και γ) της δυνατότητας αυθόρμητων διορθώσεων πριν από το άνοιγμα της προσφοράς μέσω ασφαλών και ανιχνεύσιμων ηλεκτρονικών συστημάτων. Υπογραμμίζει ότι η αποσαφήνιση αυτή θα μειώσει τον φόρτο και τις δικαστικές διαφορές και θα διευκολύνει την αναλογική χρήση του διαλόγου της αγοράς και καινοτόμων διαδικασιών.
  7. Ζητεί τη χρήση εθελοντικών κανονιστικών δοκιμαστηρίων για τη δοκιμή καινοτόμων προσεγγίσεων· θεωρεί ότι ο εν λόγω ελεγχόμενος πειραματισμός μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό εφαρμόσιμων απλοποιήσεων, στην αξιολόγηση του αντικτύπου των ψηφιακών κριτηρίων και των κριτηρίων βιωσιμότητας και να λειτουργήσει ως βάση για μελλοντικές κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ.
  8. Θεωρεί ότι η αυτεπιστασία, η συνεργασία μεταξύ των δημόσιων αρχών και οι «οριζόντιες δημόσιες συμβάσεις» έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για ορισμένες ειδικές δημόσιες συμβάσεις και συχνά οδηγούν στις βέλτιστες μακροπρόθεσμες λύσεις· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συμπεριλάβει στην αναθεώρηση διατάξεις που επεκτείνουν αυτά τα είδη δημόσιων συμβάσεων (για παράδειγμα, εταιρείες κοινής ιδιοκτησίας θα πρέπει να δύνανται να προβαίνουν σε αγορές από τους ιδιοκτήτες τους, χωρίς να θεωρείται ότι στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό στις σχετικές αγορές), προστατεύοντας ταυτόχρονα την ελευθερία των ΟΤΑ να οργανώνουν την παροχή δημόσιων υπηρεσιών, μεταξύ άλλων μέσω συνεργασίας μεταξύ δημοσίων φορέων. Καλεί δε την Επιτροπή να αναθεωρήσει την έννοια της συνεργασίας μεταξύ δημοσίων αρχών στην ισχύουσα οδηγία για τις δημόσιες συμβάσεις, με τη συνεργασία να αναγνωρίζεται στην αναθεωρημένη οδηγία ως οποιαδήποτε σύμβαση ή συμφωνία συνάπτεται μεταξύ δύο ή περισσότερων αναθετουσών αρχών. Το κριτήριο της δραστηριότητες δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο στη συνεργασία μεταξύ των δημόσιων αρχών και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να διαγραφεί.
  9. Τονίζει την ανάγκη αποσαφήνισης και απλούστευσης των κανόνων που διέπουν τις συμφωνίες-πλαίσια, προκειμένου να ενισχυθεί η πρακτική χρησιμότητά τους για τις αναθέτουσες αρχές, και να διασφαλιστούν παράλληλα επαρκής ασφάλεια δικαίου, διαφάνεια και ευελιξία.

Επαγγελματοποίηση του ρόλου του αγοραστή του δημόσιου τομέα

  1. Ζητεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική της ΕΕ για την επαγγελματοποίηση των αγοραστών του δημόσιου τομέα σε όλα τα επίπεδα, με ιδιαίτερη έμφαση στις τοπικές και τις περιφερειακές διοικήσεις, χωρίς να περιορίζεται η τοπική και η περιφερειακή αυτονομία, τόσο στην κατάρτιση όσο και στον επαγγελματικό τομέα· συνιστά την ανάπτυξη σπονδυλωτών προγραμμάτων κατάρτισης, γραφείων υποστήριξης και συμβουλευτικών υπηρεσιών, σε συντονισμό με τα μέσα συνοχής και μεταρρύθμισης· συνιστά δε τη δημιουργία πλαισίου σε επίπεδο ΕΕ για την επαγγελματοποίηση, το οποίο θα περιλαμβάνει ρόλους «έξυπνου αγοραστή» για έργα προσανατολισμένα στην καινοτομία, και ειδικά κέντρα ικανοτήτων που θα παρέχουν κατάρτιση, τεκμηρίωση μοντέλων και νομική υποστήριξη. Τονίζει ότι η στρατηγική αυτή θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων της ΕΕ και να αποφύγει την επιβολή οποιασδήποτε υποχρέωσης για τη δημιουργία νέων δομών σε τοπικό επίπεδο.

Ψηφιοποίηση και διαφάνεια

  1. Πιστεύει ότι η ψηφιοποίηση θα πρέπει να αποτελεί βασικό στοιχείο για τη μείωση του κόστους και τον εξορθολογισμό των δημόσιων συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων της μείωσης του διοικητικού φόρτου, της βελτίωσης της αποδοτικότητας και της ανταγωνιστικότητας, της ενίσχυσης της διαφάνειας και της διευκόλυνσης της πρόσβασης για τις ΜμΕ και τους διασυνοριακούς προσφέροντες. Υπογραμμίζει ότι η ψηφιοποίηση, εάν εφαρμοστεί σωστά, μπορεί να εξυπηρετήσει πολλούς από τους βασικούς στόχους της μεταρρύθμισης, αλλά ότι τα οφέλη αυτά δεν είναι αυτόματα· προειδοποιεί ότι οι κατακερματισμένες και υπερβολικά αυστηρές ψηφιακές απαιτήσεις ενδέχεται να προσθέσουν νέες επιβαρύνσεις αντί να τις μειώσουν· ζητεί, ως εκ τούτου, της ψηφιοποίησης να προηγείται η απλοποίηση, καθώς και να εφαρμοστούν διαλειτουργικά και φιλικά προς τον χρήστη συστήματα που θα βασίζονται σε κοινά πρότυπα δεδομένων, τα οποία θα επιτρέπουν την πλήρη ιχνηλασιμότητα και αυτοματοποίηση, μεταξύ άλλων με χρήση τεχνητής νοημοσύνης, σε ολόκληρο τον κύκλο δημόσιων συμβάσεων, από τον σχεδιασμό έως την εκτέλεση και την παρακολούθηση των συμβάσεων.
  2. Αναγνωρίζει ότι οι ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις έχουν αποφέρει απτά οφέλη αποδοτικότητας και μείωση του κόστους σε πολλές περιφέρειες, αλλά έχουν επίσης εισαγάγει νέα εμπόδια για τις μικρότερες επιχειρήσεις, καθώς και για τις μικρότερες αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς, που δεν διαθέτουν ψηφιακή ικανότητα· παροτρύνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνδυάσουν την ψηφιοποίηση με μέτρα ανάπτυξης ικανοτήτων. Ζητεί ακόμα τη δημιουργία μιας εναρμονισμένης και διαλειτουργικής υποδομής δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις σε επίπεδο ΕΕ, ικανής να συλλέγει σε πραγματικό χρόνο αναλυτικές πληροφορίες από όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών αναγνωριστικών, και να την καθιστά άμεσα προσβάσιμη τόσο στις αναθέτουσες όσο και στις εποπτικές αρχές· τονίζει δε ότι τα εν λόγω δεδομένα θα πρέπει επίσης να στηρίζουν την επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, επιτρέποντας τον εντοπισμό ενδείξεων νόθευσης διαγωνισμών μέσω τυποποιημένων, διαλειτουργικών συνόλων δεδομένων στα οποία θα έχουν πρόσβαση οι αρμόδιες αρχές βάσει κατάλληλων δικλείδων εμπιστευτικότητας.
  3. Συνιστά τη συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγηση των επιδόσεων των δημόσιων συμβάσεων κατά τη διάρκεια του σταδίου εκτέλεσης και ζητεί η αναθεώρηση να επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να παρακολουθούν και να αναφέρουν βασικούς δείκτες επιδόσεων και να λαμβάνουν υπόψη τις επιδόσεις προηγούμενων προμηθευτών κατά την ανάθεση νέων συμβάσεων, πράγμα που θα επιτρέψει καλύτερη διαχείριση κινδύνου κατά την υλοποίηση, χωρίς ωστόσο να τιμωρείται ο ανταγωνισμός ή η είσοδος νέων προμηθευτών (νέων επιχειρήσεων ή καινοτόμων ΜμΕ χωρίς ιστορικό επιδόσεων).

ΜμΕ, νεοφυείς επιχειρήσεις και οργανώσεις της κοινωνικής οικονομίας

  1. Αναγνωρίζει ότι οι απλουστευμένες διαδικασίες για τις ΜμΕ έχουν αποφέρει άνισα αποτελέσματα σε ολόκληρη την ΕΕ· τονίζει ότι, όσον αφορά τις ΜμΕ, τις νεοφυείς επιχειρήσεις και τις οργανώσεις της κοινωνικής οικονομίας, οι αυστηρές απαιτήσεις τεκμηρίωσης και οι πολύπλοκοι όροι επιλεξιμότητας εξακολουθούν να αποθαρρύνουν τη συμμετοχή τους· καλεί δε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προωθήσει την πραγματική απλούστευση μέσω αναλογικών απαιτήσεων τεκμηρίωσης και μεγαλύτερης ευελιξίας για τις μικρές συμβάσεις, μεριμνώντας παράλληλα ώστε κάθε επιπρόσθετο μέτρο στήριξης της συμμετοχής των ΜμΕ να παραμένει αναλογικό και μη διακριτικό.
  2. Επαναλαμβάνει ότι οι σαφείς και εναρμονισμένοι κανόνες σχετικά με τη συλλογική συμμετοχή στις δημόσιες συμβάσεις —συμπεριλαμβανομένων των κοινοπραξιών, των προσωρινών συμπράξεων επιχειρήσεων και της εξάρτησης από τις ικανότητες άλλων φορέων— είναι απαραίτητοι για τη διασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού και ισότιμης πρόσβασης, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι κάθε μέρος μιας σύμβασης εκτελείται από φορείς που διαθέτουν τα απαραίτητα και ειδικά προσόντα, και αποφεύγοντας τους κινδύνους χαμηλής ποιότητας, κοινωνικού ντάμπινγκ και αθέμιτου ανταγωνισμού· υπογραμμίζει δε ότι η σαφήνεια αυτή θα διαφυλάξει την ελευθερία των φορέων εκμετάλλευσης να συνεργάζονται, αποτρέποντας παράλληλα την ανασφάλεια δικαίου και τον υπερβολικό διοικητικό φόρτο που προκύπτουν από τις αποκλίνουσες εθνικές διατάξεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.
  3. Τονίζει ότι η διευκόλυνση της πρόσβασης των μικρότερων φορέων εκμετάλλευσης ενδέχεται να απαιτεί να καταστεί η διαίρεση των συμβάσεων σε τμήματα πιο συνήθης πρακτική, διασφαλίζοντας παράλληλα την αναλογικότητα προς την αγορά, ώστε να μην διευκολύνεται η αθέμιτη συμπεριφορά με τη μορφή κατακερματισμού της αγοράς. Θεωρεί δε πως οι λόγοι που δικαιολογούν την απόκλιση από τη διαίρεση των συμβάσεων σε τμήματα θα πρέπει να αποσαφηνιστούν περαιτέρω στην οδηγία, τουλάχιστον ως παράδειγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή μια ενιαία προσέγγιση από τους ΟΤΑ.

Βρυξέλλες,

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
- Advertisment -
AdCode Διαφήμιση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Recent Comments