Σε πειθαρχική ποινή αργίας διάρκειας ενός μήνα τέθηκε ο Δήμαρχος Εμμανουήλ Παππά Δημήτρης Νότας, έπειτα από απόφαση του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης Δημήτρης Γαλαμάτης, η οποία βασίστηκε σε θετική γνωμοδότηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Αιρετών Οργάνων ΟΤΑ. Η απόφαση αυτή, που εδράζεται στην κατηγορία της παράβασης καθήκοντος, ανοίγει έναν ευρύτερο κύκλο συζήτησης για τα όρια της πειθαρχικής ευθύνης των αιρετών, αλλά και για τις αστοχίες στη διοικητική οργάνωση των δήμων.
Το κρίσιμο λάθος στον Ο.Ε.Υ.
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται μια φαινομενικά τεχνική, αλλά ουσιαστικά κρίσιμη διατύπωση στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.) του Δήμου. Συγκεκριμένα, στις «Ειδικές Θέσεις» προβλέφθηκε η θέση «Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος», μια σύνθετη ονομασία που στην πράξη συγχέει δύο διακριτές κατηγορίες.
Από τη μία πλευρά, ο δικηγόρος προσλαμβάνεται μέσω αυστηρά καθορισμένης διαδικασίας, με συμμετοχή πενταμελούς επιτροπής και αξιολόγηση υποψηφίων. Από την άλλη, ο νομικός σύμβουλος με έμμισθη εντολή εντάσσεται στις θέσεις εμπιστοσύνης και επιλέγεται απευθείας από τον δήμαρχο. Η σύγχυση αυτή, αν και εγκρίθηκε κανονικά και δημοσιεύτηκε σε ΦΕΚ, αποδείχθηκε προβληματική κατά την εφαρμογή.
Η ασάφεια μεταφέρθηκε και στην πράξη, όταν ο Δήμος επιχείρησε να καλύψει τη θέση. Παρά τις διευκρινίσεις ότι δεν επρόκειτο για πρόσληψη δικηγόρου με την τυπική διαδικασία, η διατύπωση της γνωστοποίησης παρέμεινε αμφίσημη, δημιουργώντας νομικές αμφισβητήσεις και τελικά προσφυγές.
Η δικαστική εξέλιξη και η πειθαρχική κρίση
Τρεις δικηγόροι από τις Σέρρες προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για θέση δικηγόρου και ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, σε πρώτο βαθμό, υιοθέτησε αυτή τη θέση, κρίνοντας ότι η διαδικασία ήταν λανθασμένη και αποδίδοντας στοιχεία μεροληψίας.
Με βάση αυτή την πρωτόδικη κρίση, το Πειθαρχικό Συμβούλιο έκρινε ότι ακόμη και η απόπειρα εφαρμογής λανθασμένης διαδικασίας συνιστά παράβαση καθήκοντος. Έτσι, επιβλήθηκε η ποινή της αργίας, παρά το γεγονός ότι η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και δεν υπήρξε τελική πρόσληψη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι από τα οικονομικά στοιχεία δεν προέκυψε επιβάρυνση για τον Δήμο, καθώς δεν καταβλήθηκαν αμοιβές ούτε υπήρξε σύμβαση. Παρά ταύτα, η πειθαρχική ευθύνη αποδόθηκε με βάση την πρόθεση και τη διαδικαστική απόκλιση, και όχι κάποιο τετελεσμένο αποτέλεσμα.
Το νομικό πλαίσιο: Αυτοτέλεια πειθαρχικού και ποινικού δικαίου
Η επιβολή της ποινής πριν από τελεσίδικη δικαστική απόφαση αποτέλεσε βασικό σημείο αντιπαράθεσης. Ωστόσο, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, και ειδικότερα ο Ν.3852/2010, προβλέπει ρητά την αυτοτέλεια της πειθαρχικής διαδικασίας έναντι της ποινικής.
Αυτό σημαίνει ότι τα αρμόδια όργανα της διοίκησης μπορούν να επιβάλουν πειθαρχικές κυρώσεις ακόμη και πριν την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, εφόσον κρίνουν ότι έχει τελεστεί σοβαρή παράβαση καθήκοντος από δόλο ή βαριά αμέλεια. Η ποινή της αργίας μπορεί να φτάσει έως και τους έξι μήνες και εφαρμόζεται άμεσα.
Κατά τη διάρκεια της αργίας, ο δήμαρχος στερείται της αντιμισθίας του, ενώ σε περίπτωση τελικής αθώωσης προβλέπεται η αναδρομική καταβολή της.
Πολιτικές εξελίξεις και διοικητικές συνέπειες
Σε διοικητικό επίπεδο, τα καθήκοντα του δημάρχου ανέλαβε προσωρινά ο Γιώργος Στόικος ως ασκών χρέη δημάρχου έως τις 3 Μαΐου 2026, με αναπληρωτή τον Νικόλαο Μόσχο. Η σχετική συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου πραγματοποιήθηκε σε έντονο κλίμα, με την αντιπολίτευση να απέχει και να θέτει ζητήματα νομιμότητας, ενώ δεν έλειψαν και καταγγελίες για «φωτογραφικές» διαδικασίες.
Ο ίδιος ο Δήμαρχος δεν συμμετείχε στη συνεδρίαση και μέχρι στιγμής δεν έχει προχωρήσει σε επίσημη δημόσια τοποθέτηση, πέραν της δήλωσης εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη ενόψει της εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Το ερώτημα της αναλογικότητας
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα κρίσιμο θεσμικό και πολιτικό ερώτημα: κατά πόσο είναι αναλογική η επιβολή μιας τόσο σοβαρής πειθαρχικής ποινής για μια διαδικασία που δεν ολοκληρώθηκε και δεν προκάλεσε οικονομική ζημία.
Από τη μία πλευρά, η διοίκηση οφείλει να διασφαλίζει την αυστηρή τήρηση των διαδικασιών και της νομιμότητας. Από την άλλη, τίθεται ζήτημα ως προς το αν η πρόθεση και μόνο, χωρίς πραγματική ζημία ή ολοκληρωμένη πράξη, αρκεί για την επιβολή ποινής τέτοιου βεληνεκούς.
Η τελική κρίση θα δοθεί στο Εφετείο, το οποίο αναμένεται να εξετάσει την υπόθεση στις 7 Οκτωβρίου 2026. Μέχρι τότε, η υπόθεση Νότα παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια διοικητική ασάφεια μπορεί να εξελιχθεί σε μείζον πολιτικό και θεσμικό ζήτημα για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

