Με τη δημοσίευση της απόφασης ΔΣΣΚΑ/Φ.1.ΚΠΑ/οικ.7178 στο ΦΕΚ Β’ 2533/7.5.2026, το Υπουργείο Εσωτερικών εισάγει για πρώτη φορά ένα πλήρως θεσμοθετημένο πλαίσιο αξιολόγησης, κατάταξης και βράβευσης Δημοσίων Οργανώσεων που επιδεικνύουν εξαιρετικές επιδόσεις στην εφαρμογή του Κοινού Πλαισίου Αξιολόγησης (Κ.Π.Α.), δημιουργώντας ουσιαστικά έναν νέο «μηχανισμό διοικητικής αριστείας» για το ελληνικό Δημόσιο.
Η απόφαση δεν περιορίζεται σε μια τυπική διαδικασία βράβευσης, αλλά συγκροτεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα διοικητικής λογοδοσίας και ανταγωνιστικής βελτίωσης μεταξύ φορέων του δημόσιου τομέα, συνδέοντας την εφαρμογή του Κ.Π.Α. με μετρήσιμη απόδοση, οργανωσιακή ωριμότητα, καινοτομία και ψηφιακό μετασχηματισμό. Πρόκειται για ένα νέο εργαλείο που ενισχύει τη στρατηγική του ν. 4940/2022 περί στοχοθεσίας, αξιολόγησης και αποτελεσματικότητας στη δημόσια διοίκηση.
Σύμφωνα με τη νέα διαδικασία, κάθε δύο χρόνια θα εκδίδεται εγκύκλιος-πρόσκληση του Υπουργείου Εσωτερικών, μέσω της οποίας δημόσιοι οργανισμοί που έχουν ήδη πιστοποιηθεί για ορθή και ολοκληρωμένη εφαρμογή του Κ.Π.Α. θα μπορούν να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας. Η συμμετοχή απαιτεί όχι μόνο δήλωση ενδιαφέροντος αλλά και πλήρη φάκελο τεκμηρίωσης, με αναλυτικά στοιχεία για την εφαρμογή, τις βελτιωτικές δράσεις, τα αποτελέσματα και τις καινοτομίες του φορέα.
Η αξιολόγηση οργανώνεται σε τέσσερις βασικές ομάδες κριτηρίων:
Ωριμότητα εφαρμογής Κ.Π.Α. (30 μόρια), Βελτιωτικές δράσεις και υλοποίηση (30 μόρια), Μετρήσιμα αποτελέσματα και αντίκτυπος (25 μόρια), Καινοτομία – ψηφιακός μετασχηματισμός – εξωστρέφεια (15 μόρια). Η συνολική βαθμολογία φτάνει τα 100 μόρια, όμως για να λάβει ένας φορέας διάκριση απαιτούνται τουλάχιστον 70 μόρια συνολικά και επίδοση τουλάχιστον 65% σε κάθε επιμέρους ομάδα. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί μια αποσπασματική επιτυχία· απαιτείται συνολική διοικητική επάρκεια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η διαδικασία στηρίζεται αποκλειστικά σε επαληθεύσιμα στοιχεία, όπως δείκτες before/after, οικονομικά αποτελέσματα, μετρήσεις εξυπηρέτησης, επίπεδα ικανοποίησης πολιτών ή προσωπικού και αποδεικτικά ψηφιακών ή καινοτόμων λύσεων. Περιγραφικές ή ατεκμηρίωτες αναφορές δεν βαθμολογούνται, στοιχείο που επιχειρεί να μετατοπίσει τη δημόσια διοίκηση από τη θεωρητική συμμόρφωση στην αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα.
Οι τρεις κορυφαίοι φορείς κάθε κύκλου θα λαμβάνουν επίσημη διάκριση από τον Υπουργό Εσωτερικών, μέσω πιστοποιητικών βράβευσης, ενώ τα αποτελέσματα θα δημοσιοποιούνται ευρέως. Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική και διοικητική σημασία, καθώς δημιουργεί ένα νέο πρότυπο συγκριτικής αξιολόγησης μεταξύ υπουργείων, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και λοιπών δημοσίων οργανισμών.
Κομβικό στοιχείο της απόφασης είναι και η πρόβλεψη για ειδική ψηφιακή πλατφόρμα υποβολής, αξιολόγησης και κατάταξης, μέσω της οποίας θα αυτοματοποιείται η διαδικασία, θα τηρούνται τα φύλλα αξιολόγησης και θα διαμορφώνονται οι πίνακες αποτελεσμάτων. Παράλληλα, για πρώτη φορά προβλέπεται η επικουρική χρήση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης για ανώνυμη συγκριτική ανάλυση στοιχείων και στατιστική επεξεργασία, χωρίς όμως υποκατάσταση της ανθρώπινης κρίσης.
Για τους δήμους και γενικότερα την αυτοδιοίκηση, η νέα απόφαση μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό εργαλείο θεσμικής αναβάθμισης. Οι ΟΤΑ που θα επενδύσουν σε σοβαρή εφαρμογή του Κ.Π.Α., με πραγματικές βελτιώσεις στις υπηρεσίες, ψηφιακές μεταρρυθμίσεις και αποδεδειγμένα αποτελέσματα, αποκτούν πλέον όχι μόνο εσωτερικό όφελος λειτουργίας αλλά και εθνική αναγνώριση. Ταυτόχρονα, όσοι φορείς παραμείνουν σε τυπικές διαδικασίες χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο, θα δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν στο νέο πλαίσιο διοικητικής αξιοπιστίας.
Η πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος θα ξεκινήσει εντός έξι μηνών από τη διαπιστωτική πράξη λειτουργίας της ψηφιακής πλατφόρμας, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή όπου η ποιότητα διοίκησης, η τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα και η καινοτομία μετατρέπονται σε επίσημα κριτήρια δημόσιας διάκρισης.
Στην πράξη, η απόφαση ΔΣΣΚΑ/Φ.1.ΚΠΑ/οικ.7178 συνιστά ένα ακόμη βήμα προς τη μετάβαση από τη διοικητική συμμόρφωση στη διοικητική επίδοση — ένα μοντέλο που, εφόσον εφαρμοστεί ουσιαστικά, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιοι οργανισμοί σχεδιάζουν, μετρούν και αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητά τους.

