Του Παναγιώτη Ι. Λύρα Προέδρου Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας Καλαμάτας Μέλος Δ.Σ. Ένωσης Προέδρων Κοινοτήτων Νομού Μεσσηνίας
ΚΑΛΑΜΑΤΑ 14/6/2026
Το παρόν υπόμνημα αποτελεί οργανωμένη αποδελτίωση των διατάξεων του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τις Δημοτικές Κοινότητες, τους Προέδρους Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων, τους Εκπροσώπους Δημοτικών Κοινοτήτων και τα μέλη των Συμβουλίων τους.
Η παρέμβαση αυτή δεν έχει χαρακτήρα άρνησης απέναντι στην ανάγκη ενός νέου Κώδικα. Αντιθέτως, αναγνωρίζεται ότι η συγκέντρωση, κωδικοποίηση και αποσαφήνιση της αυτοδιοικητικής νομοθεσίας ήταν αναγκαία, καθώς η πολυνομία, οι συνεχείς τροποποιήσεις και οι διάσπαρτες διατάξεις είχαν δημιουργήσει ένα δύσχρηστο και συχνά αντιφατικό θεσμικό πλαίσιο.
Ωστόσο, η κωδικοποίηση δεν πρέπει να μετατραπεί σε αφορμή περαιτέρω συγκέντρωσης εξουσιών στο κέντρο του Δήμου, ούτε σε θεσμική συρρίκνωση των Κοινοτήτων. Η Δημοτική Κοινότητα δεν είναι διοικητικό υπόλειμμα ούτε διακοσμητικό όργανο. Είναι το εγγύτερο αιρετό κύτταρο προς τον πολίτη, ο θεσμικός χώρος όπου η καθημερινότητα της γειτονιάς, του χωριού και της πόλης συναντά την αυτοδιοίκηση.
Για τον λόγο αυτό, κάθε διάταξη που αναγνωρίζει τις Κοινότητες οργανωτικά αλλά δεν τις ενισχύει ουσιαστικά, πρέπει να αξιολογείται με βάση ένα κεντρικό ερώτημα:
Θέλουμε Κοινότητες με πραγματικό ρόλο ή Κοινότητες που απλώς υπάρχουν στον χάρτη της διοίκησης;
Η βασική θέση του παρόντος υπομνήματος είναι σαφής:
Οι Δημοτικές Κοινότητες πρέπει να διατηρηθούν, να ενισχυθούν και να αποκτήσουν ουσιαστικές αρμοδιότητες, πόρους, διοικητική υποστήριξη, θεσμική συμμετοχή και καταστατική αναγνώριση των αιρετών τους.
Ο νέος Κώδικας αναγνωρίζει τις Δημοτικές Κοινότητες ως μέρος της διοικητικής αρχιτεκτονικής της χώρας. Τις καταγράφει, τους αποδίδει σφραγίδα, προβλέπει αιρετά όργανα και διαδικασίες λειτουργίας.
Αυτό όμως δεν αρκεί.
Δεν μπορεί ο νομοθέτης να αναγνωρίζει διοικητική ταυτότητα στις Κοινότητες και ταυτόχρονα να τις κρατά χωρίς αποφασιστικές αρμοδιότητες. Δεν μπορεί να ζητά ευθύνη από τους Προέδρους και τα Συμβούλια, αλλά να μην τους δίνει τα αντίστοιχα εργαλεία δράσης. Δεν μπορεί να επικαλείται την αρχή της εγγύτητας και να παρακάμπτει το εγγύτερο αιρετό όργανο προς τον πολίτη.
Η Κοινότητα δεν είναι απλός μεταφορέας αιτημάτων. Δεν είναι θεσμικός αγγελιοφόρος. Δεν είναι υπηρεσία παραπόνων.
Είναι η πρώτη γραμμή της τοπικής δημοκρατίας.
Γι’ αυτό και το παρόν υπόμνημα καταγράφει, άρθρο προς άρθρο, τις διατάξεις που αφορούν τις Κοινότητες και διατυπώνει συγκεκριμένες προτάσεις βελτίωσης, με στόχο έναν Κώδικα που δεν θα περιορίζεται στην τυπική αναγνώριση, αλλά θα προχωρά σε πραγματική αποκέντρωση.
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΕΚΛΟΓΗ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ
ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ ΑΡΧΩΝ- ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΣΤΙΣ
ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΜΕΡΟΣ Α΄
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ –
ΔΗΜΟΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Α΄
Άρθρο 2 – Αντικείμενο
α) η καταγραφή των αποκεντρωμένων διοικήσεων, των περιφερειών, των περιφερειακών ενοτήτων, των δήμων, των δημοτικών ενοτήτων και των δημοτικών κοινοτήτων της χώρας, καθώς και του τρόπου σύστασης και συγκρότησής τους.
Σχόλιο: Οι Δημοτικές Κοινότητες εξακολουθούν να αναγνωρίζονται ως οργανικό τμήμα της διοικητικής αρχιτεκτονικής της χώρας. Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική σημασία, διότι ακυρώνει κάθε αφήγημα περί «περιττού» ή παρωχημένου θεσμού.
Ωστόσο, η αναγνώριση αυτή παραμένει κυρίως οργανωτική και διοικητική. Δεν συνοδεύεται, στον βαθμό που θα έπρεπε, από ουσιαστική αναβάθμιση αρμοδιοτήτων, πόρων και θεσμικής αυτοτέλειας.
Η Κοινότητα αναγνωρίζεται στον χάρτη της διοίκησης. Το ζητούμενο είναι να αναγνωριστεί και στην πράξη ως ζωντανό κύτταρο τοπικής δημοκρατίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Άρθρο 3 – Διοικητική διαίρεση επικράτειας 1.στ) δημοτικές κοινότητες
Σχόλιο: Η Δημοτική Κοινότητα δεν είναι άτυπη «γειτονιά», ούτε απλή εσωτερική υποδιαίρεση χωρίς θεσμικό βάρος. Είναι θεσμοθετημένη διοικητική οντότητα και αναγνωρίζεται ρητά ως βαθμίδα εντός της διοικητικής διάρθρωσης του Δήμου.
Από τη στιγμή που ο ίδιος ο Κώδικας την καταγράφει στη διοικητική διαίρεση της χώρας, δεν μπορεί στη συνέχεια να την αντιμετωπίζει ως διακοσμητικό ή περιφερειακό όργανο χωρίς ουσιαστικό λόγο.
Άρθρο 6 – Σφραγίδα και σήμα δήμων, δημοτικών κοινοτήτων και περιφερειών
- Η σφραγίδα των δημοτικών κοινοτήτων είναι μελανού χρώματος και αποτελείται από τρεις (3) επάλληλους και ομόκεντρους κύκλους, από τους οποίους ο εξωτερικός έχει διάμετρο μηδέν κόμμα μηδέν τέσσερα (0,04) μέτρα. Στον εσωτερικό κύκλο τίθεται το έμβλημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 48/1975.
Στον δεύτερο κύκλο αναγράφονται οι λέξεις «ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ», ακολουθούμενες από το όνομα της δημοτικής κοινότητας και στον εξωτερικό οι λέξεις «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», στη συνέχεια με κεφαλαία γράμματα η λέξη
«ΔΗΜΟΣ» και το όνομα του δήμου όπου ανήκουν οι δημοτικές κοινότητες.
Σχόλιο: Η πρόβλεψη ιδιαίτερης σφραγίδας για τις Δημοτικές Κοινότητες δεν είναι μια τυπική λεπτομέρεια. Αποτυπώνει ότι το κράτος αναγνωρίζει στις Κοινότητες:
• ιδιαίτερη διοικητική ταυτότητα,
• θεσμική εκπροσώπηση,
• διακριτή παρουσία εντός του Δήμου.
Από τη στιγμή που η Κοινότητα διαθέτει σφραγίδα, όνομα και διοικητική αναφορά, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλό διακοσμητικό επίπεδο διοίκησης. Η θεσμική ταυτότητα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχο ουσιαστικό ρόλο, αρμοδιότητες και δυνατότητα παρέμβασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ – ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ
- ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΔΗΜΩΝ
Άρθρα 10 έως 17 – Διοικητικές μεταβολές, συνενώσεις, διαιρέσεις οικισμών, δημοτικών κοινοτήτων κλπ
Σχόλιο: Οι Δημοτικές Κοινότητες αντιμετωπίζονται από τον Κώδικα ως εδαφικές και διοικητικές μονάδες με συγκεκριμένη γεωγραφική, κοινωνική και λειτουργική υπόσταση.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν πολιτικά και θεσμικά να υποβαθμίζονται σε απλά «τοπικά παραρτήματα» του Δήμου. Η ύπαρξή τους συνδέεται με την ταυτότητα ενός τόπου, με την ιστορική συνέχεια των οικισμών, με την κοινωνική συνοχή και με τη δυνατότητα των κατοίκων να έχουν θεσμική φωνή κοντά στην καθημερινότητά τους.
Άρθρο 11 – Συνένωση δημοτικών κοινοτήτων
2.Δημοτική κοινότητα, στους εκλογικούς καταλόγους της οποίας οι εγγεγραμμένοι εκλογείς είναι λιγότεροι από σαράντα
(40) κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών έτους, συνενώνεται υποχρεωτικά με όμορη δημοτική κοινότητα. Η συνένωση πραγματοποιείται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του οικείου δήμου, η οποία λαμβάνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20)
ημερών από την έγγραφη ενημέρωση του οικείου δήμου από το Υπουργείο Εσωτερικών. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας του δεύτερου εδαφίου, το προεδρικό διάταγμα εκδίδεται χωρίς απόφαση του οικείου δήμου.
Σχόλιο: Η υποχρεωτική συνένωση Δημοτικών Κοινοτήτων με λιγότερους από σαράντα εγγεγραμμένους εκλογείς οδηγεί στην πράξη σε θεσμική εξαφάνιση μικρών κοινοτήτων.
Οι Κοινότητες, ανεξαρτήτως μεγέθους, αποτελούν το πιο άμεσο κύτταρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Διασφαλίζουν κοινωνική συνοχή, τοπική ταυτότητα, αυτοτελή εκπροσώπηση και παρουσία της Πολιτείας ακόμη και στα μικρότερα χωριά.
Σε μια περίοδο που η ύπαιθρος δοκιμάζεται από δημογραφική συρρίκνωση, εγκατάλειψη και ερημοποίηση, η λύση δεν μπορεί να είναι η κατάργηση της θεσμικής φωνής των μικρών Κοινοτήτων. Αντιθέτως, η διατήρησή τους μπορεί να αποτελέσει μέρος της απάντησης στο πρόβλημα.
Η κατάργηση μιας Κοινότητας είναι εύκολη διοικητική πράξη. Το δύσκολο, αλλά αναγκαίο, είναι να αναζητηθεί το αντίδοτο στην ερημοποίηση της υπαίθρου.
Προτείνεται η επανεξέταση της διάταξης και η αντικατάσταση της υποχρεωτικής συνένωσης με δυνατότητα ειδικής αξιολόγησης, λαμβάνοντας υπόψη γεωγραφικά, ιστορικά, κοινωνικά, δημογραφικά και αναπτυξιακά κριτήρια.
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΕΚΛΟΓΗ ΑΙΡΕΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ, ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ
ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΙΡΕΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ – ΟΡΓΑΝΑ ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ
Άρθρο 32 – Αιρετά όργανα ενδοδημοτικής αποκέντρωσης
- Αιρετό όργανο ενδοδημοτικής αποκέντρωσης (αρχή δημοτικής κοινότητας) σε δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό έως τριακόσιους (300) κατοίκους είναι ο εκπρόσωπος της δημοτικής κοινότητας.
- Αιρετά όργανα ενδοδημοτικής αποκέντρωσης (αρχές δημοτικής κοινότητας) σε δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό από τριακόσιους έναν (301) και άνω κατοίκους είναι ο πρόεδρος του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας και το συμβούλιο της δημοτικής κοινότητας.
Σχόλιο 1: Είναι θετική η ρητή αναγνώριση των Κοινοτήτων και των αιρετών οργάνων τους. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός τους ως «οργάνων ενδοδημοτικής αποκέντρωσης» αναδεικνύει τη βασική θεσμική αδυναμία του Κώδικα.
Οι Κοινότητες δεν αντιμετωπίζονται ως ουσιαστικές μονάδες τοπικής συμμετοχής και αυτοδιοικητικής έκφρασης, αλλά κυρίως ως αποκεντρωμένοι βραχίονες του Δήμου.
Με άλλα λόγια, ο Κώδικας τις αναγνωρίζει, αλλά δεν τις εμπιστεύεται πλήρως.
Η Δημοτική Κοινότητα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από διοικητικό όργανο ενδοδημοτικής αποκέντρωσης. Πρέπει να αποτελεί θεσμικό χώρο συμμετοχής, τοπικής ευθύνης, κοινωνικής εκπροσώπησης και διαμόρφωσης πολιτικών για ζητήματα που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Σχόλιο 2: Η διατήρηση του τίτλου «Πρόεδρος Δημοτικής Κοινότητας» για όλες τις Κοινότητες, ανεξαρτήτως πληθυσμού, είναι θεσμικά και συμβολικά αναγκαία.
Ο όρος «Πρόεδρος» αποδίδει τον επικεφαλής ενός συλλογικού ή θεσμικού σώματος, ενός συλλόγου, ενός σωματείου, μιας κοινότητας ανθρώπων. Η ίδια η λέξη συνδέεται με την προεδρία, την εκπροσώπηση και την ευθύνη έναντι μιας ομάδας.
Ο αιρετός που εκπροσωπεί μια Κοινότητα, ένα χωριό, έναν οικισμό, μια τοπική κοινωνία, δεν μπορεί να υποβαθμίζεται γλωσσικά και θεσμικά σε απλό
«εκπρόσωπο», όταν στην πράξη αποτελεί τη φωνή του τόπου του.
Προτείνεται η διατήρηση του τίτλου «Πρόεδρος Δημοτικής Κοινότητας» για όλες τις Κοινότητες, ανεξαρτήτως πληθυσμιακού κριτηρίου. Ο τίτλος αυτός αντανακλά το εύρος της ευθύνης, το κύρος της αιρετής εντολής και τον σεβασμό που οφείλεται σε κάθε χωριό και σε κάθε τοπική κοινωνία της Πατρίδας μας.
Άρθρο 34 – Αριθμός μελών συμβουλίων δημοτικών κοινοτήτων Το συμβούλιο της δημοτικής κοινότητας αποτελείται από:
α)τρία (3) μέλη, σε δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό από τριακόσιους έναν (301) έως δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους,
β)πέντε (5) μέλη, σε δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό από δύο χιλιάδες έναν (2.001) έως δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους,
γ)εννέα (9) μέλη, σε δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό από δέκα χιλιάδες έναν (10.001) έως εκατό χιλιάδες (100.000) κατοίκους και
δ)έντεκα (11) μέλη, σε δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό από εκατό χιλιάδες έναν (100.001) και άνω κατοίκους
Σχόλιο 1: Η μείωση των μελών των Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων, ιδίως στις μεγάλες Κοινότητες και στις έδρες Δήμων, αποδυναμώνει τη συμμετοχικότητα, περιορίζει την αντιπροσωπευτικότητα και δεν επιφέρει ουσιαστικό δημοσιονομικό όφελος.
Τα μέλη των Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων λειτουργούν κατά βάση εθελοντικά. Αποτελούν τους πιο άμεσους τοπικούς δέκτες των προβλημάτων της καθημερινότητας και μεταφέρουν στο θεσμικό επίπεδο τη φωνή της γειτονιάς, του χωριού και της πόλης.
Για τον λόγο αυτό, αντί για συρρίκνωση, θα έπρεπε να υπάρξει ενίσχυση της σύνθεσης των Συμβουλίων, ιδίως σε μεγάλες Κοινότητες και σε Κοινότητες που αποτελούν έδρες Δήμων.
Προτείνεται να θεσπιστούν:
• ειδική πρόβλεψη για μεγάλες Δημοτικές Κοινότητες και έδρες Δήμων,
• ενισχυμένη σύνθεση Συμβουλίων,
• ειδικές αρμοδιότητες για Κοινότητες αυξημένης πληθυσμιακής, διοικητικής και γεωγραφικής σημασίας.
Σχόλιο 2: Περαιτέρω, προτείνεται η αναπροσαρμογή του αριθμού μελών των Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων ως εξής:
α) τρία (3) μέλη σε Δημοτικές Κοινότητες με πληθυσμό από 201 έως 1.000 κατοίκους,
β) πέντε (5) μέλη σε Δημοτικές Κοινότητες με πληθυσμό από 1.001 έως 10.000 κατοίκους,
γ) ενισχυμένη πρόβλεψη για μεγάλες Δημοτικές Κοινότητες και έδρες Δήμων.
Η συμμετοχή στα Κοινοτικά Συμβούλια δεν αποτελεί προνόμιο. Είναι ευθύνη, προσφορά και καθημερινή επαφή με την τοπική κοινωνία. Η μείωση των μελών μειώνει τελικά και τα σημεία επαφής του Δήμου με τον πολίτη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΚΛΟΓΕΙΣ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΛΕΓΕΙΝ
Άρθρα 36&37 – Δικαίωμα του εκλέγειν και άσκηση του & εκλογικοί κατάλογοι.
Σχόλιο: Η Κοινότητα διαθέτει άμεση εκλογική βάση. Τα μέλη του Συμβουλίου, ο Πρόεδρος ή ο Εκπρόσωπος αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τους πολίτες της Κοινότητας.
Όποιος εκλέγεται άμεσα από την τοπική κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλός εισηγητής, διαβιβαστής αιτημάτων ή θεσμικός παρατηρητής.
Η άμεση εκλογή πρέπει να συνοδεύεται από πραγματικό ρόλο, αρμοδιότητες και δυνατότητα παρέμβασης. Η Κοινότητα έχει άμεση εκλογική βάση και όποιος εκλέγεται άμεσα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εισηγητής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΕΙΔΙΚΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΨΗΦΟΥ
Άρθρο 39 – Ειδική εφαρμογή εγγραφής εκλογέων που επιθυμούν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα με ηλεκτρονική ψήφο
- Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης, με την οποία ο εκλογέας βεβαιώνει ότι τα στοιχεία της αίτησης είναι ακριβή και ότι γνωρίζει ότι δεν δύναται να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα για την ανάδειξη συμβουλίων ή εκπροσώπου δημοτικής κοινότητας.
Σχόλιο: Η διάταξη αυτή αποτελεί μία από τις σοβαρότερες αρνητικές προβλέψεις του Κώδικα για τις Δημοτικές Κοινότητες.
Η ηλεκτρονική ψήφος παρουσιάζεται ως εργαλείο διεύρυνσης της συμμετοχής, εκσυγχρονισμού και διευκόλυνσης των πολιτών. Ωστόσο, την ίδια στιγμή εξαιρεί την ανάδειξη των Συμβουλίων και των Εκπροσώπων των Δημοτικών Κοινοτήτων.
Έτσι:
• η ηλεκτρονική ψήφος δεν περιλαμβάνει τις Κοινότητες,
• η κοινοτική κάλπη αποδυναμώνεται,
• η τοπική εκπροσώπηση υποβαθμίζεται,
• δημιουργούνται εκλογείς δύο ταχυτήτων.
Οι Κοινότητες, ιδίως οι ορεινές, αγροτικές, απομακρυσμένες και νησιωτικές, έχουν ανάγκη από μεγαλύτερη συμμετοχή κατοίκων, ετεροδημοτών και αποδήμων. Δεν είναι δυνατόν το εργαλείο που εισάγεται για τη διεύρυνση της συμμετοχής να αποκλείει ακριβώς τον θεσμό που βρίσκεται πιο κοντά στην καθημερινότητα του πολίτη.
Προτείνεται η ηλεκτρονική ψήφος να περιλαμβάνει υποχρεωτικά και την ανάδειξη των Συμβουλίων, Προέδρων και Εκπροσώπων Δημοτικών Κοινοτήτων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΕΚΛΟΓΙΜΟΙ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΛΕΓΕΣΘΑΙ
Άρθρο 43 – Ασυμβίβαστο λόγω οφειλών.
- Αν οφειλέτης του οικείου δήμου ή των νομικών προσώπων της παρ. 1 εκλεγεί δήμαρχος, δημοτικός σύμβουλος, σύμβουλος δημοτικής κοινότητας ή εκπρόσωπος δημοτικής κοινότητας, οφείλει να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει την οφειλή του, εφόσον αυτή υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, εντός αποκλειστικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ενημέρωση της παρ. 5. Αν ο οφειλέτης έχει ασκήσει ένδικο βοήθημα κατά της οφειλής πριν από την υποβολή της υποψηφιότητας, οφείλει να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει την οφειλή του, εντός αποκλειστικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης.
Σχόλιο: Η διάταξη, ως προς τα κωλύματα λόγω οφειλών, πρέπει να επανεξεταστεί ειδικά για τους Συμβούλους, Προέδρους και Εκπροσώπους Δημοτικών Κοινοτήτων.
Σε πολλές μικρές, ορεινές, νησιωτικές, παραμεθόριες και δημογραφικά συρρικνωμένες Κοινότητες, η εξεύρεση υποψηφίων αποτελεί ήδη σοβαρό πρόβλημα. Η υπέρμετρη αυστηρότητα για μικρές οφειλές, όταν εφαρμόζεται χωρίς διάκριση και στους αιρετούς των Κοινοτήτων, μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τη συμμετοχή στα κοινά.
Ιδίως σε περιοχές που παλεύουν να κρατήσουν ενεργή τη θεσμική τους εκπροσώπηση, το νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να διευκολύνει και όχι να αποθαρρύνει τη συμμετοχή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Z΄
ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ – ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΛΟΓΩΝ
Άρθρο 47 – Κατάρτιση συνδυασμών – Υποβολή υποψηφιοτήτων
1.Η εκλογή των δημάρχων, περιφερειαρχών, δημοτικών και περιφερειακών συμβούλων, καθώς και των συμβούλων δημοτικών κοινοτήτων και των εκπροσώπων των δημοτικών κοινοτήτων γίνεται κατά συνδυασμούς. Υποψηφιότητες για τα αξιώματα του πρώτου εδαφίου εκτός συνδυασμών αποκλείονται.
Σχόλιο: Η πλήρης σύνδεση της κοινοτικής εκπροσώπησης με τους δημοτικούς συνδυασμούς περιορίζει την αυτοτέλεια της Κοινότητας και αλλοιώνει, σε αρκετές περιπτώσεις, την πραγματική βούληση της τοπικής κοινωνίας.
Προτείνεται η λίστα των υποψηφίων Προέδρων Δημοτικών Κοινοτήτων να αναγράφεται ενιαία σε όλα τα παραταξιακά ψηφοδέλτια και Πρόεδρος Δημοτικής Κοινότητας να εκλέγεται ο πρώτος σε σταυρούς προτίμησης υποψήφιος στο σύνολο της Κοινότητας.
Ο Πρόεδρος της Δημοτικής Κοινότητας πρέπει να εκλέγεται απευθείας από το εκλογικό σώμα της Κοινότητάς του και να εκφράζει τη βούληση αυτής της τοπικής κοινωνίας.
Η σημερινή μορφή εκλογής δεν διασφαλίζει πάντα την ετυμηγορία της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων της Δημοτικής Κοινότητας και συχνά δημιουργεί διχασμούς. Σε πολλές περιπτώσεις, Πρόεδρος Δημοτικής Κοινότητας αναδεικνύεται ο πρώτος σε σταυρούς υποψήφιος του πλειοψηφούντος συνδυασμού και όχι ο υποψήφιος που έλαβε τη μεγαλύτερη αποδοχή από το σύνολο των πολιτών της Κοινότητας.
Η Κοινότητα πρέπει να έχει Πρόεδρο της κοινωνίας της και όχι απλώς Πρόεδρο της παράταξης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’
ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΙ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗΣ
Άρθρο 52 – Μορφή και περιεχόμενο ψηφοδελτίων β) για τις δημοτικές εκλογές:
βδ)Ο τίτλος «ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ
ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ», που ακολουθείται από το όνομα της δημοτικής κοινότητας και από κάτω το επώνυμο και το όνομα των υποψηφίων συμβούλων της δημοτικής κοινότητας του συνδυασμού, σύμφωνα με την απόφαση ανακήρυξης του άρθρου 49 ή
βε)Ο τίτλος «ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ
ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ», που ακολουθείται από το όνομα της δημοτικής κοινότητας και στη συνέχεια το επώνυμο και το όνομα των υποψηφίων εκπροσώπων της δημοτικής κοινότητας του συνδυασμού, σύμφωνα με την απόφαση ανακήρυξης του άρθρου 49.
Σχόλιο: Η πρόβλεψη διατηρεί την ιδιαίτερη κοινοτική εκπροσώπηση στο εκλογικό ψηφοδέλτιο. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η Κοινότητα έχει ξεχωριστή εκλογική και πολιτική αναφορά.
Η ιδιαίτερη αυτή αναφορά, όμως, πρέπει να συνοδεύεται και από ουσιαστικότερη θεσμική αυτοτέλεια. Δεν αρκεί η Κοινότητα να εμφανίζεται διακριτά στο ψηφοδέλτιο, αν στη συνέχεια η λειτουργία της περιορίζεται σε γνώμες, εισηγήσεις και προτάσεις χωρίς δεσμευτικό αποτέλεσμα.
Άρθρα 54 – Σταυροί προτίμησης
- Για την εκλογή συμβούλων δημοτικών κοινοτήτων, ο εκλογέας δύναται να εκφράσει την προτίμησή του υπέρ ενός
(1) ή δύο (2) υποψηφίων. - Για την εκλογή εκπροσώπου της δημοτικής κοινότητας, ο εκλογέας δύναται να εκφράσει την προτίμησή του υπέρ ενός
(1) υποψηφίου
Σχόλιο: Η πρόβλεψη διατηρεί την άμεση και προσωπική σχέση μεταξύ υποψηφίου Κοινότητας και πολίτη.
Ακριβώς όμως επειδή η ψήφος στην Κοινότητα είναι προσωπική, άμεση και τοπικά φορτισμένη, πρέπει να έχει και αντίστοιχο θεσμικό αντίκρισμα. Ο πολίτης δεν ψηφίζει τον υποψήφιο της Κοινότητας για να τον μετατρέψει σε απλό διαβιβαστή αιτημάτων, αλλά για να έχει ενεργή φωνή μέσα στον Δήμο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ
Άρθρα 59 έως 61 – Εκλογή συμβούλων δημοτικών κοινοτήτων με πληθυσμό πάνω από δύο χιλιάδες κατοίκους – Εκλογή συμβούλων δημοτικών κοινοτήτων με πληθυσμό μεταξύ τριακοσίων ενός και δύο χιλιάδων κατοίκων – Εκλογή εκπροσώπων δημοτικών κοινοτήτων με πληθυσμό έως και τριακόσιους κατοίκους
Σχόλιο: Οι διατάξεις για την εκλογή Συμβούλων Δημοτικών Κοινοτήτων και Εκπροσώπων Δημοτικών Κοινοτήτων ενισχύουν τη δημαρχοκεντρική λογική και περιορίζουν την αυτοτέλεια της κοινοτικής βούλησης.
Ιδίως στις μεγάλες Κοινότητες, ο συνδυασμός του Δημάρχου αποκτά πλειοψηφικό πλεονέκτημα και η βούληση της τοπικής κάλπης εντάσσεται στη λογική της δημαρχιακής πλειοψηφίας.
Η Κοινότητα, όμως, δεν πρέπει να αποτελεί απλό εκλογικό παράρτημα του δημάρχου. Πρέπει να εκφράζει τη δική της τοπική βούληση, τις δικές της ανάγκες και τις δικές της προτεραιότητες.
Προτείνεται η ενίσχυση της αυτοτέλειας της κοινοτικής κάλπης και η άμεση εκλογή Προέδρου από το σύνολο των ψηφοφόρων της Κοινότητας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’
ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΨΗΦΟ
Άρθρο 67 – Τρόπος διεξαγωγής ψηφοφορίας με ηλεκτρονική ψήφο
- Για την ταυτοποίηση του εκλογέα εφαρμόζεται το άρθρο 82 του π.δ. 26/2012, περί προσέλευσης ψηφοφόρων και αναγνώρισης της ταυτότητας αυτών. Ο εκλογέας, αφού ταυτοποιηθεί, διαγράφεται από τον ηλεκτρονικό εκλογικό κατάλογο και αποσύρεται, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 83 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, περί τρόπου ψηφοφορίας, σε ειδικό χώρο όπου βρίσκεται ηλεκτρονική συσκευή (ηλεκτρονικός υπολογιστής ή τάμπλετ), όπου ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα για την εκλογή δημάρχου, δημοτικών συμβούλων, περιφερειάρχη και περιφερειακών συμβούλων, για τον δήμο και την περιφέρεια στους οποίους είναι εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο.
Σχόλιο: Σε συνδυασμό με το άρθρο 39, η διάταξη του άρθρου 67 επιβεβαιώνει τον αποκλεισμό των Κοινοτήτων από την ηλεκτρονική ψηφοφορία.
Πρόκειται για σοβαρή θεσμική υποβάθμιση των Τοπικών Συμβουλίων, των Προέδρων και των Εκπροσώπων Δημοτικών Κοινοτήτων. Η δυνατότητα ηλεκτρονικής ψήφου δεν μπορεί να περιορίζεται στα κεντρικά όργανα της αυτοδιοίκησης και να αποκλείει τα όργανα που βρίσκονται πιο κοντά στον πολίτη.
Οι διατάξεις αυτές πρέπει να επανεξεταστούν υπό το πρίσμα της ισότητας του εκλογικού δικαιώματος, της ενίσχυσης της συμμετοχής και της δημοκρατικής εκπροσώπησης.
Η ηλεκτρονική ψήφος, εάν πράγματι εισάγεται για να διευκολύνει τη συμμετοχή, οφείλει να περιλαμβάνει και την Κοινότητα
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΥΤΩΝ –
ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΜΕΡΟΣ Α’
ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Άρθρο 129 – Λειτουργία δημοτικού και περιφερειακού συμβουλίου
Σχόλιο: Η ύπαρξη σαφούς κανονιστικού πλαισίου για τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων αποτελεί προϋπόθεση θεσμικής τάξης, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας.
Αντίστοιχη ανάγκη υπάρχει και για τα Συμβούλια των Δημοτικών Κοινοτήτων. Δεν είναι δυνατόν τα Δημοτικά Συμβούλια να διαθέτουν αναλυτικό πλαίσιο λειτουργίας, ενώ τα Συμβούλια των Κοινοτήτων, που αποτελούν το πλησιέστερο αιρετό όργανο προς τον πολίτη, να λειτουργούν συχνά χωρίς ενιαίο πρότυπο, χωρίς επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις και χωρίς σαφή λειτουργική υποστήριξη.
Προτείνεται η εκπόνηση από το Υπουργείο Εσωτερικών ενιαίου Πρότυπου Κανονισμού Λειτουργίας Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων, αντίστοιχου με εκείνον των Δημοτικών Συμβουλίων.
Ο Κανονισμός αυτός πρέπει να περιλαμβάνει ρυθμίσεις για:
• τη σύγκληση και λειτουργία των συνεδριάσεων,
• τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών,
• τη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων,
• τη λογοδοσία,
• τη συμμετοχή πολιτών και φορέων,
• την τήρηση πρακτικών,
• τη λειτουργία θεματικών συνελεύσεων κατοίκων,
• τη διαβίβαση και παρακολούθηση αποφάσεων,
• τη θεσμική επικοινωνία με τα όργανα του Δήμου.
Η ενίσχυση των Κοινοτήτων δεν μπορεί να είναι μόνο πολιτική διακήρυξη. Χρειάζεται θεσμικά εργαλεία καθημερινής λειτουργίας.
Άρθρο 131 – Συμμετοχή εκπροσώπου και προέδρου συμβουλίου δημοτικής κοινότητας στο δημοτικό συμβούλιο
Σχόλιο: Η συμμετοχή του Προέδρου ή του Εκπροσώπου Δημοτικής Κοινότητας στο Δημοτικό Συμβούλιο πρέπει να αποκτήσει πιο ουσιαστικό χαρακτήρα.
Δεν αρκεί ο Πρόεδρος να καλείται μόνο όταν συζητείται θέμα που αφορά ειδικά την Κοινότητά του. Η Κοινότητα αποτελεί οργανικό μέρος του Δήμου και ο Πρόεδρός της είναι άμεσα εκλεγμένος εκπρόσωπος τοπικής κοινωνίας.
Προτείνεται:
• να προβλεφθεί δικαίωμα των Κοινοτήτων να εισηγούνται θέματα στην ημερήσια διάταξη του Δημοτικού Συμβουλίου, όταν αυτά αφορούν την περιοχή τους,
• να καθιερωθεί δικαίωμα ερώτησης Προέδρου Κοινότητας προς τη Δημοτική Αρχή, με υποχρεωτική γραπτή ή προφορική απάντηση,
• να προβλεφθεί ετήσια δημόσια παρουσίαση των δράσεων της Δημοτικής Αρχής ανά Κοινότητα,
• να θεσπιστεί υποχρεωτική ενημέρωση των Κοινοτήτων για έργα, παρεμβάσεις, προγραμματικές συμβάσεις και κανονιστικές πράξεις που αφορούν τα όριά τους.
Η συμμετοχή δεν πρέπει να είναι τυπική παρουσία. Πρέπει να είναι ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Άρθρο 135 – Συγκρότηση δημοτικής και περιφερειακής επιτροπής
Σχόλιο: Η Δημοτική Επιτροπή αποτελεί κεντρικό όργανο λήψης αποφάσεων για κρίσιμα ζητήματα λειτουργίας του Δήμου. Πολλά από τα θέματα που συζητούνται σε αυτήν αφορούν άμεσα συγκεκριμένες Δημοτικές Κοινότητες: έργα, προμήθειες, παρεμβάσεις, κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, κοινόχρηστους χώρους, ζητήματα αγροτικής οδοποιίας, πολιτικής προστασίας και τοπικών υποδομών.
Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η υποχρεωτική συμμετοχή του Προέδρου της οικείας Δημοτικής Κοινότητας ή του νόμιμου αναπληρωτή του στις συνεδριάσεις της Δημοτικής Επιτροπής, όταν συζητούνται θέματα που αφορούν την Κοινότητά του.
Η συμμετοχή αυτή πρέπει να συνοδεύεται:
• από δικαίωμα λόγου,
• από δυνατότητα διατύπωσης γνώμης που καταχωρίζεται στα πρακτικά,
• και, σε ζητήματα αποκλειστικά τοπικού ενδιαφέροντος, από δικαίωμα ψήφου ή τουλάχιστον υποχρεωτική σύμφωνη ή αιτιολογημένα αποκλίνουσα γνώμη.
Αντίστοιχη πρόβλεψη πρέπει να υπάρχει, κατά περίπτωση, για συμμετοχή Προέδρων και μελών Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων σε Επιτροπές Διαβούλευσης, Δημοτικές Επιχειρήσεις, Συνδέσμους, Αναπτυξιακούς Οργανισμούς, όργανα Πολιτικής Προστασίας, Αγροτικής Ανάπτυξης, Κυκλοφορίας και Νομικά Πρόσωπα, όταν εξετάζονται ζητήματα της οικείας Κοινότητας.
Η τοπική γνώση δεν μπορεί να απουσιάζει από τα όργανα όπου λαμβάνονται αποφάσεις για τον τόπο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
Άρθρο 161 – Πρόεδρος συμβουλίου δημοτικής κοινότητας.
1.α) Πρόεδρος του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας, με πληθυσμό από τριακόσιους έναν (301) έως δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους, ορίζεται ο σύμβουλος του πρώτου, κατά σειρά, σε εκλογική δύναμη συνδυασμού στη δημοτική κοινότητα, ο οποίος έλαβε τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης μεταξύ των υποψηφίων του συνδυασμού του και
σε περίπτωση ισοψηφίας, αυτός που είναι γραμμένος πρώτος στην απόφαση του άρθρου 72, περί της επικύρωσης εκλογής. β) Πρόεδρος του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας, με πληθυσμό μεγαλύτερο ή ίσο των δύο χιλιάδων ενός (2.001) κατοίκων, ορίζεται ο σύμβουλος του συνδυασμού του δημάρχου που έλαβε στη δημοτική κοινότητα τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης, σύμφωνα με την απόφαση του άρθρου 72.
- Είναι δυνατή η διαγραφή από τον συνδυασμό με τον οποίο έχει εκλεγεί, μέλος του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας, με απόφαση του επικεφαλής του συνδυασμού, η οποία κοινοποιείται στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου και στον πρόεδρο του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας. Η διαγραφή μέλους του συμβουλίου δημοτικής κοινότητας από τον συνδυασμό του δεν οδηγεί σε απώλεια της ιδιότητάς του, ως μέλους του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας. Σε περίπτωση διαγραφής του προέδρου του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας, αυτός εκπίπτει από το αξίωμά του και εφαρμόζεται η διαδικασία της περ. β) της παρ. 5.
Σχόλιο 1: Η ρύθμιση δημιουργεί διαφορετική λογική ανάμεσα στις μικρότερες και τις μεγαλύτερες Δημοτικές Κοινότητες.
Στις Κοινότητες από 301 έως 2.000 κατοίκους, ο Πρόεδρος προκύπτει από τον πρώτο σε εκλογική δύναμη συνδυασμό στη Δημοτική Κοινότητα. Στις Κοινότητες άνω των 2.001 κατοίκων, Πρόεδρος ορίζεται ο σύμβουλος του συνδυασμού του Δημάρχου που έλαβε τους περισσότερους σταυρούς στην Κοινότητα.
Έτσι, στις μεγάλες Κοινότητες η τοπική κάλπη περιορίζεται από τη δημαρχιακή πλειοψηφία, ενώ στις μικρότερες Κοινότητες αναγνωρίζεται περισσότερο το αποτέλεσμα της ίδιας της Κοινότητας. Αυτό δημιουργεί θεσμική ασυνέπεια.
Σχόλιο 2: Η σύνδεση της εκλογής Προέδρου μεγάλης Δημοτικής Κοινότητας αποκλειστικά με τον συνδυασμό του Δημάρχου αλλοιώνει τον τοπικό χαρακτήρα της εκπροσώπησης.
Ο Πρόεδρος της Κοινότητας πρέπει να αντλεί άμεση νομιμοποίηση από το εκλογικό σώμα της ίδιας της Κοινότητας. Πρέπει να είναι η φωνή των πολιτών της Κοινότητας και όχι απλώς ο εκπρόσωπος της δημοτικής πλειοψηφίας στο τοπικό συμβούλιο.
Προτείνεται η άμεση εκλογή Προέδρου Δημοτικής Κοινότητας από το σύνολο των ψηφοφόρων της Κοινότητας, με βάση τον αριθμό σταυρών προτίμησης, ανεξαρτήτως συνδυασμού.
Σχόλιο 3: Η πρόβλεψη έκπτωσης Προέδρου λόγω διαγραφής από δημοτική παράταξη υπονομεύει την αυτοτέλεια της τοπικής εντολής.
Ο Πρόεδρος εκλέγεται από τους πολίτες της Κοινότητας και λογοδοτεί σε αυτούς. Δεν μπορεί η θητεία του να εξαρτάται από εσωπαραταξιακές ισορροπίες, πολιτικές διαφωνίες ή προσωπικές συγκρούσεις.
Η διάταξη αυτή μετατρέπει τον Πρόεδρο σε θεσμικά ευάλωτο αιρετό και δημιουργεί συνθήκες πολιτικής εξάρτησης.
Προτείνεται η απαλοιφή της πρόβλεψης περί έκπτωσης Προέδρου λόγω διαγραφής από τον συνδυασμό. Η απώλεια του αξιώματος πρέπει να συνδέεται μόνο με αντικειμενικούς, θεσμικά ελεγχόμενους λόγους και όχι με εσωτερικές αποφάσεις παρατάξεων.
Άρθρο 162 – Εκπρόσωπος δημοτικής κοινότητας με πληθυσμό έως και τριακόσιους κατοίκους
- Η ανεξαρτητοποίηση ή η διαγραφή εκπροσώπου δημοτικής κοινότητας από τον συνδυασμό του, με απόφαση του επικεφαλής του συνδυασμού, δεν επιφέρει συνέπειες στη διοίκηση και την εκπροσώπηση της δημοτικής κοινότητας στο δημοτικό συμβούλιο ή σε άλλον φορέα.
Σχόλιο: Η διάταξη αυτή κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς προστατεύει την αιρετή εντολή του Εκπροσώπου Δημοτικής Κοινότητας και δεν επιτρέπει να επηρεάζεται η διοίκηση και εκπροσώπηση της Κοινότητας από εσωπαραταξιακές εξελίξεις.
Ωστόσο, δημιουργεί σοβαρή θεσμική αντίφαση σε σχέση με το άρθρο 161, όπου προβλέπεται ότι ο Πρόεδρος Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας εκπίπτει από το αξίωμά του σε περίπτωση διαγραφής από τον συνδυασμό του.
Δεν μπορεί ο Εκπρόσωπος μικρής Κοινότητας να προστατεύεται θεσμικά, ενώ ο Πρόεδρος Συμβουλίου μεγαλύτερης Κοινότητας να απειλείται με απώλεια του αξιώματός του λόγω διαγραφής.
Η αιρετή εντολή πρέπει να αντιμετωπίζεται ενιαία και ισότιμα. Ο Πρόεδρος, ο Εκπρόσωπος και τα μέλη του Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας εκλέγονται από τους πολίτες και η θέση τους δεν πρέπει να εξαρτάται από εσωτερικές αποφάσεις δημοτικών παρατάξεων.
Προτείνεται η θέσπιση ενιαίου πλαισίου προστασίας της αιρετής εντολής για όλους τους αιρετούς των Δημοτικών Κοινοτήτων.
Άρθρο 163 – Αρμοδιότητες προέδρου συμβουλίου δημοτικής κοινότητας με πληθυσμό από τριακόσιους έναν και άνω κατοίκους
Περιλαμβάνει:
• σύγκληση συμβουλίου,
• ημερήσια διάταξη,
• εκπροσώπηση,
• συμμετοχή στο Δημοτικό Συμβούλιο,
• εκτέλεση αποφάσεων,
• πάγια προκαταβολή,
• μεταφορά προβλημάτων,
• αρμοδιότητες που μεταβιβάζει ο δήμαρχος.
Συμπέρασμα:
Ο πρόεδρος
• έχει ευθύνη,
• έχει έκθεση,
• έχει λογοδοσία, αλλά: όχι πραγματική αποφασιστική εξουσία.
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Ο πρόεδρος:
• καλείται υποχρεωτικά,
• συμμετέχει όταν αφορά θέμα της κοινότητας,
• έχει δικαίωμα ψήφου μόνο σε αυτά τα θέματα.
Σχόλιο: Το άρθρο 163 συγκεντρώνει σημαντικές λειτουργικές αρμοδιότητες του Προέδρου Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας. Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Συμβούλιο, καταρτίζει την ημερήσια διάταξη, εκπροσωπεί την Κοινότητα, συμμετέχει στο Δημοτικό Συμβούλιο για θέματα που την αφορούν, μεριμνά για την εκτέλεση αποφάσεων, διαχειρίζεται την πάγια προκαταβολή, μεταφέρει προβλήματα και ασκεί αρμοδιότητες που του μεταβιβάζονται.
Η εικόνα όμως που προκύπτει είναι σαφής:
Ο Πρόεδρος έχει ευθύνη. Έχει έκθεση. Έχει λογοδοσία. Δεν έχει όμως αντίστοιχη αποφασιστική εξουσία.
Η συμμετοχή του στο Δημοτικό Συμβούλιο παραμένει περιορισμένη και αποσπασματική. Καλείται όταν συζητείται θέμα της Κοινότητας, έχει δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου μόνο σε αυτά τα ζητήματα, αλλά δεν διαθέτει σταθερό δικαίωμα εισαγωγής θεμάτων, υποβολής ερωτήσεων ή συμμετοχής στη συνολική διαμόρφωση των πολιτικών του Δήμου.
Αυτό αποτελεί σοβαρό θεσμικό έλλειμμα.
Ο Πρόεδρος δεν μπορεί να περιορίζεται στον ρόλο του συντονιστή, του μεταφορέα αιτημάτων ή του εισηγητή. Είναι άμεσα εκλεγμένος εκπρόσωπος μιας τοπικής κοινωνίας και πρέπει να διαθέτει πραγματικά εργαλεία παρέμβασης.
Προτείνεται:
• να κατοχυρωθεί δικαίωμα εισαγωγής θεμάτων της Κοινότητας στο Δημοτικό Συμβούλιο,
• να προβλεφθεί δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων προς τη Δημοτική Αρχή,
• να υπάρχει υποχρεωτική απάντηση στα αιτήματα και τις αποφάσεις της Κοινότητας,
• να συμμετέχει ο Πρόεδρος σε επιτροπές και όργανα όταν συζητούνται θέματα της Κοινότητάς του,
• να ενισχυθούν οι αποφασιστικές του αρμοδιότητες σε ζητήματα καθημερινότητας, μικρών παρεμβάσεων και τοπικής λειτουργίας.
Άρθρο 164 – Αρμοδιότητες συμβουλίου δημοτικής κοινότητας με πληθυσμό από τριακόσιους έναν και άνω κατοίκους.
Προβλέπει
• εισηγήσεις,
• γνώμες,
• προτάσεις.
Για:
• κυκλοφορία,
• καθαριότητα,
• αδέσποτα,
• σχολεία,
• αναπλάσεις,
• κοινόχρηστους χώρους,
• πολιτισμό,
• κοινωνικά ζητήματα,
• περιβάλλον.
Σχόλιο: Το άρθρο 164 αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος για τις Δημοτικές Κοινότητες.
Το Συμβούλιο Δημοτικής Κοινότητας καλείται να διατυπώνει εισηγήσεις, γνώμες και προτάσεις για σημαντικά ζητήματα της καθημερινότητας, όπως η κυκλοφορία, η καθαριότητα, τα αδέσποτα, τα σχολεία, οι αναπλάσεις, οι κοινόχρηστοι χώροι, ο πολιτισμός, τα κοινωνικά ζητήματα και το περιβάλλον.
Δηλαδή για θέματα που η Κοινότητα γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Κι όμως, ο ρόλος της παραμένει κυρίως γνωμοδοτικός. Το Συμβούλιο εκφράζει γνώμη, αλλά δεν αποφασίζει. Εισηγείται, αλλά δεν δεσμεύει. Προτείνει, αλλά συχνά δεν εισακούεται.
Αυτή η διάταξη διατηρεί τις Κοινότητες σε θέση θεσμικής αδυναμίας. Αν η Κοινότητα δεν μπορεί να αποφασίζει ούτε για τα βασικά ζητήματα της καθημερινότητας του τόπου της, τότε η αποκέντρωση παραμένει περισσότερο διακήρυξη παρά πραγματικότητα.
Προτείνεται η μετατροπή μέρους των γνωμοδοτικών αρμοδιοτήτων σε αποφασιστικές, ιδίως για:
• μικρές τεχνικές παρεμβάσεις,
• συντηρήσεις κοινόχρηστων χώρων,
• τοπικές δράσεις καθαριότητας,
• μικρής κλίμακας κυκλοφοριακές ρυθμίσεις,
• πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις,
• ζητήματα αγροτικής οδοποιίας,
• τοπικές παρεμβάσεις πολιτικής προστασίας,
• αξιοποίηση και χρήση κοινοτικών χώρων.
Η Κοινότητα δεν μπορεί να είναι μόνο όργανο γνώμης. Πρέπει να είναι όργανο ευθύνης, απόφασης και τοπικής δράσης.
Άρθρο 165 – Αρμοδιότητες εκπροσώπου δημοτικής κοινότητας με πληθυσμό έως και τριακόσιους κατοίκους
Ρόλος
• μεταφέρει προβλήματα,
• ενημερώνει,
• συμμετέχει στο Δ.Σ. για θέματα κοινότητας.
Σχόλιο: Στις μικρές Δημοτικές Κοινότητες, ο Εκπρόσωπος αποτελεί συχνά τον μοναδικό θεσμικό σύνδεσμο του πολίτη με τον Δήμο. Είναι ο άνθρωπος στον οποίο απευθύνεται πρώτα ο κάτοικος για κάθε πρόβλημα της καθημερινότητας.
Το άρθρο 165 περιορίζει κυρίως τον ρόλο του στη μεταφορά προβλημάτων, στην ενημέρωση και στη συμμετοχή στο Δημοτικό Συμβούλιο όταν συζητούνται θέματα της Κοινότητάς του.
Με τον τρόπο αυτό, ο Εκπρόσωπος κινδυνεύει να παραμείνει θεσμικός αγγελιοφόρος και όχι ουσιαστικός εκπρόσωπος της τοπικής κοινωνίας.
Προτείνεται να κατοχυρωθούν:
• δικαίωμα εισήγησης προς τα όργανα του Δήμου,
• υποχρεωτική ενημέρωση για έργα και παρεμβάσεις στην Κοινότητα,
• συμμετοχή σε συνεδριάσεις οργάνων όταν αφορούν την Κοινότητά του,
• πρόσβαση σε υπηρεσιακά και ψηφιακά συστήματα,
• δυνατότητα παρακολούθησης της πορείας αιτημάτων και αποφάσεων,
• ουσιαστικός ρόλος στη διαχείριση μικρών τοπικών παρεμβάσεων.
Ο Εκπρόσωπος μικρής Κοινότητας δεν πρέπει να είναι απλός μεταφορέας προβλημάτων. Πρέπει να είναι ενεργός θεσμικός εκφραστής του τόπου του.
Άρθρο 166 – Γενικές διατάξεις για τη λειτουργία δημοτικών κοινοτήτων
Σχόλιο: Το άρθρο 166 προβλέπει διαδικασίες για τη λειτουργία των Δημοτικών Κοινοτήτων και συνδέει τη μη άσκηση καθηκόντων Προέδρου, Εκπροσώπου ή μέλους με ενημέρωση του Επόπτη για πειθαρχική διαδικασία.
Η πρόβλεψη αυτή αναδεικνύει ότι τα όργανα των Δημοτικών Κοινοτήτων δεν είναι διακοσμητικά. Έχουν καθήκοντα, ευθύνη και υπόκεινται σε έλεγχο.
Ακριβώς όμως επειδή υπάρχει ευθύνη, πρέπει να υπάρχουν και αντίστοιχα εργαλεία άσκησης αυτής της ευθύνης.
Δεν μπορεί ο αιρετός της Κοινότητας να ελέγχεται πειθαρχικά για μη άσκηση καθηκόντων, όταν την ίδια στιγμή το θεσμικό πλαίσιο δεν του παρέχει επαρκείς αρμοδιότητες, διοικητική υποστήριξη, πρόσβαση σε υπηρεσίες και πραγματική δυνατότητα παρέμβασης.
Όπου υπάρχει ευθύνη, πρέπει να υπάρχει και αντίστοιχη αρμοδιότητα.
Άρθρο 167 – Λειτουργία συμβουλίου δημοτικής κοινότητας
Σχόλιο: Το ζήτημα της λειτουργίας των Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων είναι κρίσιμο, ιδίως για τα τριμελή συμβούλια.
Σε μικρά συμβούλια, οι κανόνες απαρτίας και λήψης αποφάσεων μπορούν
εύκολα να οδηγήσουν σε αδιέξοδο. Όταν απαιτείται οριακή παρουσία και στην πράξη ομοφωνία, η λειτουργία του οργάνου καθίσταται ευάλωτη σε απουσίες, προσωπικές διαφωνίες ή παραταξιακές εντάσεις.
Αυτό δεν ενισχύει τη λειτουργικότητα των Κοινοτήτων. Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση των συμβουλίων και σε καθυστερήσεις σε ζητήματα καθημερινότητας.
Προτείνεται η απαρτία των Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων να ρυθμιστεί με τρόπο αντίστοιχο προς τα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια, δηλαδή να υφίσταται όταν οι παρόντες είναι περισσότεροι από τους απόντες.
Παράλληλα, πρέπει να προβλεφθούν διαδικασίες που αποτρέπουν την επαναλαμβανόμενη ματαίωση συνεδριάσεων και διασφαλίζουν ότι η Κοινότητα μπορεί να λειτουργεί θεσμικά ακόμη και σε συνθήκες περιορισμένης συμμετοχής.
Άρθρο 168 – Υποχρεώσεις συμβούλων δημοτικών κοινοτήτων
Οι σύμβουλοι υποχρεούνται:
• να συμμετέχουν,
• να εκτελούν καθήκοντα,
• να ψηφίζουν κατά συνείδηση.
Σχόλιο: Η πρόβλεψη υποχρεώσεων για τους Συμβούλους Δημοτικών Κοινοτήτων επιβεβαιώνει ότι οι κοινοτικοί σύμβουλοι δεν είναι διακοσμητικά μέλη ενός άτυπου οργάνου.
Υποχρεούνται να συμμετέχουν, να εκτελούν τα καθήκοντά τους και να ψηφίζουν κατά συνείδηση. Όμως η υποχρέωση συμμετοχής πρέπει να συνοδεύεται από θεσμική αξία της συμμετοχής. Δεν μπορεί να ζητείται από τον κοινοτικό σύμβουλο συνέπεια, παρουσία και ευθύνη, όταν οι αποφάσεις του Συμβουλίου παραμένουν κατά βάση γνωμοδοτικές και συχνά δεν παράγουν ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει τα μέλη των Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων ως αιρετούς με πραγματικό ρόλο και όχι ως εθελοντές χωρίς θεσμικό αντίκρισμα.
Άρθρο 170 – Διαδικασία υλοποίησης αποφάσεων αιρετών οργάνων ενδοδημοτικής αποκέντρωσης
- Οι αποφάσεις των αιρετών οργάνων ενδοδημοτικής αποκέντρωσης, με τις οποίες διατυπώνονται προτάσεις ή γνώμες για τα θέματα της αρμοδιότητάς τους, διαβιβάζονται στον δήμαρχο μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών από τη λήψη τους. Ο δήμαρχος φροντίζει να τεθούν, αμέσως, υπόψη των αρμόδιων οργάνων του δήμου, τα οποία οφείλουν να τις μελετήσουν και να ενημερώσουν σχετικά για κάθε θέμα το αρμόδιο όργανο της δημοτικής κοινότητας μέσα σε έναν (1) μήνα.
Σχόλιο: Η πρόβλεψη ότι οι αποφάσεις των Κοινοτήτων διαβιβάζονται στον Δήμαρχο και ότι τα αρμόδια όργανα οφείλουν να τις μελετήσουν και να ενημερώσουν την Κοινότητα εντός ενός μήνα είναι θετική ως διαδικαστική βάση.
Ωστόσο, δεν αρκεί.Δεν προβλέπεται ρητά υποχρέωση αιτιολογημένης αποδοχής ή απόρριψης των προτάσεων της Κοινότητας. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος οι αποφάσεις των Συμβουλίων να αντιμετωπίζονται τυπικά, να διαβιβάζονται υπηρεσιακά και τελικά να παραμένουν χωρίς ουσιαστική απάντηση.
Προτείνεται να προστεθεί ρητή υποχρέωση αιτιολογημένης απάντησης του Δήμου για κάθε απόφαση, πρόταση ή γνώμη της Δημοτικής Κοινότητας.Η απάντηση πρέπει:
• να είναι γραπτή,
• να αναφέρει αν η πρόταση γίνεται αποδεκτή ή απορρίπτεται,
• να αιτιολογεί ειδικά την απόρριψη,
• να αναφέρει χρονοδιάγραμμα υλοποίησης όταν γίνεται αποδεκτή,
• και να κοινοποιείται στο Συμβούλιο της Κοινότητας.
Η Κοινότητα δεν πρέπει απλώς να ενημερώνεται. Πρέπει να λαμβάνει θεσμικά υπεύθυνη απάντηση.
Άρθρο 171 – Δημοτικό γραφείο Κοινότητας
Κάθε δημοτική κοινότητα διαθέτει δημοτικό γραφείο. Το δημοτικό συμβούλιο καθορίζει ποιες υπηρεσιακές μονάδες δύνανται να λειτουργήσουν στις δημοτικές κοινότητες.
Σχόλιο: Η πρόβλεψη ότι κάθε Δημοτική Κοινότητα διαθέτει δημοτικό γραφείο είναι θετική. Ωστόσο, ένα γραφείο χωρίς προσωπικό, εξοπλισμό, πρόσβαση σε πρωτόκολλο, ΙΡΙΔΑ, ψηφιακά συστήματα και υπηρεσιακή υποστήριξη κινδυνεύει να παραμείνει θεσμικό κέλυφος χωρίς πραγματικό περιεχόμενο.
Η Κοινότητα χρειάζεται διοικητική υποστήριξη για να μπορεί να λειτουργήσει. Χρειάζεται χώρο, αρχείο, πρόσβαση σε έγγραφα, δυνατότητα διαβίβασης αιτημάτων, υποστήριξη συνεδριάσεων και ηλεκτρονική επικοινωνία με τις υπηρεσίες του Δήμου.
Προτείνεται να προβλεφθεί υποχρεωτικά:
• διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη των Κοινοτήτων,
• πρόσβαση στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο και στην ΙΡΙΔΑ,
• βασικός εξοπλισμός γραφείου,
• δυνατότητα σύνταξης και διαβίβασης εγγράφων,
• τήρηση αρχείου,
• υποστήριξη συνεδριάσεων,
• καθορισμένο ωράριο λειτουργίας,
• δυνατότητα εξυπηρέτησης πολιτών σε βασικά ζητήματα.
Άρθρο 172 – Συνέλευση κατοίκων Δημοτικής Κοινότητας
Σε δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό έως δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους, με ευθύνη του εκπροσώπου ή του συμβουλίου δημοτικής κοινότητας, σε συνεργασία με τον τυχόν κατά τόπο αρμόδιο αντιδήμαρχο, δύνανται να καλούνται οι κάτοικοι και
οι φορείς της δημοτικής κοινότητας σε συνέλευση και να προτείνουν στα αρμόδια όργανα του δήμου, ανάλογα με τον χαρακτήρα των αναγκών των κατοίκων της δημοτικής κοινότητας και τις προτεραιότητες για την τοπική ανάπτυξη, τις δράσεις που πρέπει να αναλάβει ο δήμος.
Σχόλιο: Ο περιορισμός της Συνέλευσης Κατοίκων μόνο σε Δημοτικές Κοινότητες έως 2.000 κατοίκους είναι αδικαιολόγητος.
Η συμμετοχή των πολιτών δεν είναι αναγκαία μόνο στις μικρές Κοινότητες. Είναι εξίσου, και πολλές φορές περισσότερο, αναγκαία στις μεγάλες Δημοτικές Κοινότητες, όπου υπάρχουν πολλοί οικισμοί, γειτονιές, συνοικίες, διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες, παραγωγικές δραστηριότητες και σύνθετα ζητήματα καθημερινότητας.
Η Καλαμάτα, για παράδειγμα, δεν είναι μια ενιαία αφηρημένη διοικητική ενότητα. Έχει ιστορικές συνοικίες, νεότερες γειτονιές, οικισμούς, παραλιακό μέτωπο, ορεινή ζώνη και διαφορετικές τοπικές ανάγκες.
Γιατί να μην μπορεί μια μεγάλη Κοινότητα να συγκαλέσει συνέλευση κατοίκων για την κυκλοφορία, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το παραλιακό μέτωπο, έναν οικισμό, μια γειτονιά ή μια τοπική αναπτυξιακή προτεραιότητα;
Προτείνεται η δυνατότητα Συνέλευσης Κατοίκων να επεκταθεί σε όλες τις Δημοτικές Κοινότητες, ανεξαρτήτως πληθυσμού.
Ειδικά για τις μεγάλες Κοινότητες, μπορούν να προβλεφθούν:
• θεματικές συνελεύσεις,
• συνελεύσεις ανά οικισμό,
• συνελεύσεις ανά γειτονιά ή συνοικία,
• συνελεύσεις ανά ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος,
• συμμετοχή τοπικών φορέων και συλλόγων.
Η δημοκρατία της συμμετοχής δεν μπορεί να σταματά στους 2.000 κατοίκους.
ΜΕΡΟΣ Β’
ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
Άρθρο 284 – Οργάνωση Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων και της Ένωσης Περιφερειών
- Με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Ε. ή της ΕΝ.ΠΕ., αντίστοιχα, δύναται να τροποποιούνται τα π.δ. 75/2011 (Α΄ 182), περί των Π.Ε.Δ. και της Κ.Ε.Δ.Ε., και 74/2011 (Α΄ 181), περί της ΕΝ.ΠΕ., τα οποία καθορίζουν:
γ) τη σύνθεση και συγκρότηση των οργάνων διοίκησής τους και τον τρόπο ανάδειξης αυτών.
Σχόλιο: Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν εξαντλείται στους Δημάρχους και τα Δημοτικά Συμβούλια. Χιλιάδες αιρετοί υπηρετούν καθημερινά τον θεσμό μέσα από τις Δημοτικές Κοινότητες, αποτελώντας το πλησιέστερο επίπεδο εκπροσώπησης προς τον πολίτη.
Παρά ταύτα, οι Πρόεδροι και οι Εκπρόσωποι των Δημοτικών Κοινοτήτων παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένοι από τα θεσμικά όργανα εκπροσώπησης της Αυτοδιοίκησης σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.
Η απουσία θεσμοθετημένης εκπροσώπησης των Κοινοτήτων στην ΚΕΔΕ και στις ΠΕΔ συνιστά σοβαρό δημοκρατικό και θεσμικό έλλειμμα. Είναι αδιανόητο ο θεσμός που βρίσκεται πλησιέστερα στον πολίτη να μην διαθέτει θεσμική φωνή στα συλλογικά όργανα που διαμορφώνουν τις θέσεις της Αυτοδιοίκησης.
Προτείνεται:
• η θεσμοθέτηση εκπροσώπησης των Δημοτικών Κοινοτήτων στα όργανα της ΚΕΔΕ και των ΠΕΔ,
• η δυνατότητα συγκρότησης πανελλαδικού συλλογικού οργάνου εκπροσώπησης Προέδρων Δημοτικών Κοινοτήτων,
• η θεσμική συμμετοχή εκπροσώπων των Κοινοτήτων στις διαβουλεύσεις για θέματα που αφορούν την ενδοδημοτική αποκέντρωση.
Δεν μπορεί να σχεδιάζεται το μέλλον των Κοινοτήτων χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των Κοινοτήτων.
ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΑΙΡΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΥΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΑΙΡΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Άρθρο 296 – Πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν έξοδα παράστασης ε) ο εκπρόσωπος δημοτικής κοινότητας, του άρθρου 162, και στ) ο πρόεδρος συμβουλίου δημοτικής κοινότητας, του άρθρου 161
Σχόλιο: Η πρόβλεψη χορήγησης εξόδων παράστασης στους Προέδρους και Εκπροσώπους Δημοτικών Κοινοτήτων αποτελεί θετική αναγνώριση του θεσμικού τους ρόλου.
Ωστόσο, τα ποσά που προβλέπονται δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες άσκησης των καθηκόντων τους.
Οι Πρόεδροι και οι Εκπρόσωποι μετακινούνται καθημερινά, εξυπηρετούν πολίτες, παρίστανται σε συνεδριάσεις, συνεργάζονται με υπηρεσίες, συμμετέχουν σε αυτοψίες και αναλαμβάνουν σημαντικό διοικητικό έργο χωρίς ουσιαστική υποστήριξη.
Προτείνεται:
• αναπροσαρμογή των εξόδων παράστασης,
• σύνδεση με πληθυσμιακά, γεωγραφικά και χιλιομετρικά κριτήρια,
• ειδική μέριμνα για ορεινές, νησιωτικές και απομακρυσμένες Κοινότητες.
Η αποζημίωση δεν αποτελεί προνόμιο. Αποτελεί στοιχειώδη αναγνώριση πραγματικών υποχρεώσεων.
Άρθρο 297 – Ειδική άδεια προσώπων τα οποία λαμβάνουν έξοδα παράστασης
- α) Κατά τη διάρκεια της θητείας:
αα) των εκπροσώπων των δημοτικών κοινοτήτων και αβ) των προέδρων συμβουλίων δημοτικών κοινοτήτων,
χορηγείται από την υπηρεσία τους ειδική άδεια τριάντα (30) ημερών κατ’ έτος, επιπλέον της κατά νόμο προβλεπόμενης κανονικής άδειας.
Σχόλιο: Η πρόβλεψη ειδικής άδειας τριάντα ημερών αποτελεί θετική καταστατική πρόβλεψη.
Εντούτοις, η άδεια από μόνη της δεν επαρκεί για να διασφαλίσει την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων των αιρετών των Κοινοτήτων.
Προτείνεται η θεσμοθέτηση ολοκληρωμένης καταστατικής θέσης των Προέδρων και Εκπροσώπων Δημοτικών Κοινοτήτων, η οποία να περιλαμβάνει:
• ειδικές άδειες,
• ασφαλιστική κάλυψη κατά την άσκηση καθηκόντων,
• προστασία έναντι επαγγελματικών συνεπειών,
• διευκολύνσεις για εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα,
• θεσμική επιμόρφωση και υποστήριξη.
Η Πολιτεία δεν μπορεί να απαιτεί αυξημένες ευθύνες χωρίς αντίστοιχη θεσμική μέριμνα.
Άρθρο 299 – Αποζημίωση μελών δημοτικού και περιφερειακού συμβουλίου, δημοτικών και περιφερειακών επιτροπών, διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, κοινωφελών επιχειρήσεων δήμων και περιφερειών,
Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης και συνδέσμων
Σχόλιο: Οι Πρόεδροι Δημοτικών Κοινοτήτων συμμετέχουν σε συνεδριάσεις Δημοτικών Συμβουλίων, επιτροπών, συσκέψεων και λοιπών συλλογικών οργάνων, συχνά με σημαντικό κόστος χρόνου και μετακινήσεων.
Προτείνεται να προβλεφθεί αποζημίωση συμμετοχής για τους Προέδρους Δημοτικών Κοινοτήτων όταν συμμετέχουν σε συνεδριάσεις Δημοτικού Συμβουλίου ή άλλων οργάνων του Δήμου, κατά τρόπο αντίστοιχο προς τους Δημοτικούς Συμβούλους.
Η ισότιμη συμμετοχή προϋποθέτει και ισότιμη αντιμετώπιση.
ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΜΕΡΟΣ Α΄
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΜΕΡΟΥΣ Α ΄
Άρθρο 310 – Ορισμοί
- «αρχή της εγγύτητας»: η ανάληψη δράσης και ενεργειών από τον δημόσιο φορέα ο οποίος λειτουργεί στο εγγύτερο για τον πολίτη επίπεδο.
Σχόλιο: Η διάταξη αυτή αποτελεί ίσως το ισχυρότερο πολιτικό και θεσμικό επιχείρημα υπέρ της ενίσχυσης των Δημοτικών Κοινοτήτων.
Ο ίδιος ο Κώδικας αναγνωρίζει ότι οι δημόσιες υποθέσεις πρέπει να ασκούνται από το επίπεδο διοίκησης που βρίσκεται εγγύτερα στον πολίτη. Και ποιο είναι το πλησιέστερο αιρετό όργανο προς τον πολίτη; Η Δημοτική Κοινότητα.
Δεν μπορεί ο Κώδικας να αναγνωρίζει την αρχή της εγγύτητας ως θεμελιώδη αρχή της διοίκησης και ταυτόχρονα να στερεί από τις Κοινότητες ουσιαστικές αρμοδιότητες.
ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕΡΟΣ Β΄
ΕΣΟΔΑ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
Σχόλιο: Η οικονομική αποκέντρωση αποτελεί προϋπόθεση της διοικητικής αποκέντρωσης.
Σήμερα οι Κοινότητες παράγουν αξία, φιλοξενούν δραστηριότητες και αξιοποιούν φυσικούς πόρους, χωρίς να διαθέτουν αντίστοιχα οικονομικά εργαλεία για την κάλυψη των τοπικών τους αναγκών.
Προτείνεται μέρος των εσόδων που προκύπτουν από:
• παραλίες,
• αγροτικές εκτάσεις,
• λατομεία,
• υδατοκαλλιέργειες,
• κοινοτικά δάση,
• διαφημιστικές χρήσεις,
• δωρεές,
• κληροδοτήματα,
• αξιοποίηση δημοτικών ακινήτων εντός της Κοινότητας,
να αποδίδεται υποχρεωτικά στην οικεία Δημοτική Κοινότητα για την εκτέλεση τοπικών κοινωφελών έργων.
Η ανάπτυξη κάθε τόπου πρέπει να επιστρέφει ανταποδοτικά στους κατοίκους του.
ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΧΡΗΜΑΤΙΚΑ ΕΝΤΑΛΜΑΤΑ ΠΡΟΠΛΗΡΩΜΗΣ – ΠΑΓΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ
Άρθρο 487 – Πάγια προκαταβολή
- Με απόφαση της δημοτικής επιτροπής συνιστάται υποχρεωτικά πάγια προκαταβολή για τις δημοτικές κοινότητες σε βάρος του σχετικού λογαριασμού του προϋπολογισμού του οικείου δήμου. Για τη διενέργεια πληρωμών από την πάγια προκαταβολή της παρούσας δεν απαιτείται έγγραφη εντολή του δημάρχου ή των οργάνων που εξουσιοδοτούνται από αυτόν. Ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην πάγια προκαταβολή των δημοτικών κοινοτήτων ρυθμίζονται με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 530, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων
Σχόλιο 1: Η πρόβλεψη υποχρεωτικής σύστασης πάγιας προκαταβολής για τις Δημοτικές Κοινότητες αποτελεί μία από τις σημαντικότερες θετικές διατάξεις του νέου Κώδικα. Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται στην πράξη ότι οι Δημοτικές Κοινότητες δεν μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά όταν ακόμη και οι πιο μικρές καθημερινές ανάγκες εξαρτώνται αποκλειστικά από τις χρονοβόρες διαδικασίες του κεντρικού Δήμου.
Η δυνατότητα πραγματοποίησης μικρών δαπανών χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του Δημάρχου αποτελεί ουσιαστικό βήμα ενίσχυσης της λειτουργικής και οικονομικής αυτοτέλειας των Κοινοτήτων και δικαιώνει ένα διαχρονικό αίτημα των Προέδρων όλης της χώρας.
Σχόλιο 2: Η πρόβλεψη αυτή πρέπει να εφαρμοστεί καθολικά και υποχρεωτικά.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται να διευκρινιστεί ρητά ότι η σύσταση της πάγιας προκαταβολής δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των Δήμων αλλά
αποτελεί υποχρέωση που απορρέει απευθείας από τον νόμο. Παράλληλα, πρέπει να προβλεφθούν μηχανισμοί ελέγχου της εφαρμογής της διάταξης, ώστε να αποτρέπονται φαινόμενα καθυστερήσεων, παραλείψεων ή έμμεσης κατάργησης της πάγιας προκαταβολής μέσω διοικητικών πρακτικών.
Σχόλιο 3: Η πάγια προκαταβολή πρέπει να αποδίδεται στην αρχή κάθε οικονομικού έτους και να ανανεώνεται άμεσα μετά την απόδοσή της. Στην πράξη, πολλοί Πρόεδροι Κοινοτήτων αναγκάζονται να περιμένουν μήνες μέχρι να μπορέσουν να διαχειριστούν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες της περιοχής τους. Η αποτελεσματικότητα του θεσμού εξαρτάται από την ταχύτητα και όχι μόνο από την ύπαρξή του.
Σχόλιο 4: Η διαδικασία απόδοσης της πάγιας προκαταβολής πρέπει να απλοποιηθεί σημαντικά. Η υπερβολική γραφειοκρατία συχνά λειτουργεί αποτρεπτικά και μετατρέπει ένα χρήσιμο εργαλείο σε δυσανάλογο διοικητικό βάρος για τους Προέδρους των Κοινοτήτων. Η Πολιτεία οφείλει να εμπιστευθεί περισσότερο τους αιρετούς που η ίδια εκλέγει και ελέγχει.
Σχόλιο 5: Πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι το ανώτατο ποσό δαπάνης ανά παραστατικό στο πλαίσιο της πάγιας προκαταβολής είναι 400 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. και όχι 400 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., όπως αυθαίρετα ερμηνεύεται από οικονομικές υπηρεσίες πολλών Δήμων. Η εφαρμογή ενιαίων κανόνων σε όλη την επικράτεια αποτελεί προϋπόθεση ίσης μεταχείρισης όλων των Κοινοτήτων.
Σχόλιο 6: Προτείνεται να εξεταστεί η δυνατότητα απαλλαγής των δαπανών της πάγιας προκαταβολής από τον Φ.Π.Α. ή η πρόβλεψη ειδικού μηχανισμού επιστροφής του. Σε διαφορετική περίπτωση, σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πόρων καταναλώνεται σε φορολογικές επιβαρύνσεις αντί να κατευθύνεται σε πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Σχόλιο 7: Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δυνατότητα αξιοποίησης της πάγιας προκαταβολής για την κάλυψη έκτακτων και εποχικών αναγκών μέσω εργοσήμου. Προτείνεται να επιτραπεί ρητά η πληρωμή εποχιακών ή περιστασιακών εργασιών μικρής κλίμακας με εργόσημο, όπου αυτό επιτρέπεται από την εργατική και φορολογική νομοθεσία. Με τον τρόπο αυτό οι Κοινότητες θα μπορούν να ανταποκρίνονται άμεσα σε επείγουσες ανάγκες καθημερινότητας χωρίς πολύμηνες διαδικασίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Γ΄
Άρθρο 530 – Εξουσιοδοτικές διατάξεις
- Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, καθορίζονται το ύψος της πάγιας προκαταβολής με βάση τον πληθυσμό των δημοτικών κοινοτήτων, οι δαπάνες που καλύπτονται από αυτή, οι ευθύνες και υποχρεώσεις των υπόλογων διαχειριστών, οι υπεύθυνοι κίνησης των σχετικών λογαριασμών και κάθε άλλο ζήτημα που αφορά στη διαδικασία σύστασης, διαχείρισης, εκκαθάρισης και απόδοσης της πάγιας προκαταβολής της παρ. 8 του άρθρου 487, περί πάγιας προκαταβολής.
Σχόλιο : Η επιτυχία ή η αποτυχία της πάγιας προκαταβολής θα κριθεί τελικά από την υπουργική απόφαση που θα καθορίσει το ύψος, τις επιλέξιμες δαπάνες και τον τρόπο διαχείρισής της.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται:
• το ύψος της πάγιας προκαταβολής να είναι ουσιαστικό και όχι συμβολικό,
• να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τον πληθυσμό αλλά και την έκταση, τον αριθμό οικισμών, τη γεωμορφολογία και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε Κοινότητας,
• να καλύπτει ευρύ φάσμα δαπανών καθημερινότητας,
• να μην συνοδεύεται από υπέρμετρη γραφειοκρατία,
• να εξασφαλίζει πραγματική δυνατότητα άμεσης παρέμβασης των Κοινοτήτων.
Η πάγια προκαταβολή δεν πρέπει να εξελιχθεί σε μία ακόμη τυπική πρόβλεψη του νόμου. Πρέπει να αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό εργαλείο οικονομικής αποκέντρωσης προς τις Δημοτικές Κοινότητες. Και αυτό θα αποτελέσει την
καλύτερη απόδειξη ότι η Πολιτεία εμπιστεύεται πραγματικά τον θεσμό που βρίσκεται πλησιέστερα στον πολίτη.
ΜΕΡΟΣ Ε΄
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΔΗΜΩΝ
Άρθρο 568 – Διάθεση βοσκοτόπων
Αν οι παραπάνω εκτάσεις βρίσκονται εξ ολοκλήρου σε μία δημοτική κοινότητα, η ανωτέρω απόφαση λαμβάνεται ύστερα από γνώμη του οικείου συμβουλίου ή εκπροσώπου της δημοτικής κοινότητας. Ο πρόεδρος του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας ή ο εκπρόσωπος αυτής μετέχει με δικαίωμα ψήφου στη λήψη της απόφασης.
Σχόλιο: Η πρόβλεψη συμμετοχής του Προέδρου ή του Συμβουλίου της Δημοτικής Κοινότητας στη λήψη απόφασης για τη διάθεση βοσκοτόπων είναι θετική, ιδίως επειδή συνοδεύεται από δικαίωμα ψήφου.
Ωστόσο, αναδεικνύει μια ευρύτερη θεσμική αντίφαση.
Εάν ο νομοθέτης αναγνωρίζει ότι ο Πρόεδρος ή το Συμβούλιο της Κοινότητας γνωρίζει καλύτερα τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του τόπου του για τη διάθεση ενός βοσκοτόπου, τότε η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει και για πλήθος άλλων ζητημάτων που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα της Κοινότητας.
Δεν είναι λογικό η γνώμη της Κοινότητας να απαιτείται για έναν βοσκότοπο, αλλά να μην απαιτείται με τον ίδιο θεσμικό τρόπο για την παραχώρηση της πλατείας ενός χωριού, του κοινοτικού καταστήματος, ενός κοινόχρηστου χώρου, ενός σχολικού χώρου ή άλλης τοπικής υποδομής για εκδηλώσεις, πανηγύρια και πολιτιστικές δράσεις.
Σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και η παραχώρηση της κεντρικής πλατείας ενός χωριού για το ετήσιο πανηγύρι ή για εκδήλωση του τοπικού πολιτιστικού
συλλόγου αποφασίζεται από τα κεντρικά όργανα του Δήμου, χωρίς να απαιτείται σύμφωνη γνώμη του οικείου Προέδρου ή Συμβουλίου Κοινότητας.
Αυτό δεν συνιστά ουσιαστική αποκέντρωση.
Προτείνεται η αρχή που καθιερώνεται στο άρθρο 568 να επεκταθεί οριζόντια σε όλα τα ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά τα όρια μιας Δημοτικής Κοινότητας, ιδίως σε θέματα χρήσης κοινόχρηστων χώρων, πλατειών, κοινοτικών εγκαταστάσεων, τοπικών εκδηλώσεων, πολιτιστικών δράσεων και καθημερινής λειτουργίας της τοπικής κοινωνίας.
Η αποκέντρωση δεν μπορεί να σταματά στους βοσκότοπους. Πρέπει να αφορά το σύνολο της ζωής της Κοινότητας.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΥΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΩΝ- ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΩΝ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
Άρθρο 613 – Σύσταση επιτροπών παραλαβής έργων
- Η συγκρότηση των επιτροπών παραλαβής συμβάσεων έργων, εκτιμώμενης αξίας ίσης ή κατώτερης του χρηματικού ορίου της απευθείας ανάθεσης, διενεργείται με απόφαση του δημάρχου, ή του περιφερειάρχη ή του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου των νομικών προσώπων, αντίστοιχα, με την επιφύλαξη α) της περ. θ) της παρ. 3 του άρθρου 256 και β) των οριζομένων στο καταστατικό ή τον οικείο κανονισμό των νομικών προσώπων με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας.
Σχόλιο: Η παραλαβή έργων που εκτελούνται στα όρια μιας Δημοτικής Κοινότητας δεν μπορεί να γίνεται χωρίς τη θεσμική συμμετοχή της ίδιας της Κοινότητας.
Ο Πρόεδρος και το Συμβούλιο της Δημοτικής Κοινότητας γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον τις πραγματικές ανάγκες του τόπου, την ποιότητα της παρέμβασης, τη λειτουργικότητα του έργου και το αν αυτό ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των κατοίκων.
Προτείνεται η υποχρεωτική συμμετοχή του Προέδρου της οικείας Δημοτικής Κοινότητας ή εκπροσώπου του Συμβουλίου της Κοινότητας στις επιτροπές παραλαβής έργων που εκτελούνται εντός των ορίων της.
Η συμμετοχή αυτή θα ενισχύσει:
• τη διαφάνεια,
• την υπευθυνότητα,
• την τοπική λογοδοσία,
• τον έλεγχο καλής εκτέλεσης,
• και τη σύνδεση του έργου με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Δεν μπορεί η Κοινότητα να καλείται να απαντά καθημερινά στους πολίτες για έργα στα οποία δεν είχε ουσιαστικό λόγο ούτε στον σχεδιασμό ούτε στην παραλαβή.
ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕΡΟΣ Α΄
ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ
ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΣΥΣΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ, ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ
ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Άρθρο 659 – Σύσταση και αποστολή Υπηρεσίας Γενικής Εποπτείας Νομιμότητας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης β) Ο πειθαρχικός έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών μέτρων της έκπτωσης και της αργίας στους δημάρχους, περιφερειάρχες, δημοτικούς και περιφερειακούς συμβούλους, εκπροσώπους δημοτικών κοινοτήτων, μέλη συμβουλίων δημοτικών κοινοτήτων, καθώς και στα όργανα διοίκησης των νομικών προσώπων τοπικής αυτοδιοίκησης του άρθρου 186 περί ορισμών, πλην της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, της Ένωσης Περιφερειών και των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων.
γ) Η παύση των οργάνων του άρθρου 723, περί παύσης αιρετών οργάνων δήμων και περιφερειών.
Σχόλιο: Η υπαγωγή των Εκπροσώπων Δημοτικών Κοινοτήτων και των μελών Συμβουλίων Δημοτικών Κοινοτήτων στον πειθαρχικό έλεγχο επιβεβαιώνει ότι οι αιρετοί των Κοινοτήτων αντιμετωπίζονται ως θεσμικά υπεύθυνα πρόσωπα.
Αυτό είναι λογικό και θεμιτό.
Όμως όπου υπάρχει ευθύνη, πρέπει να υπάρχει και αντίστοιχη αρμοδιότητα.
Δεν μπορεί ο αιρετός της Κοινότητας να υπόκειται σε πειθαρχικό έλεγχο, σε διοικητικά μέτρα, σε έκπτωση ή αργία, αλλά την ίδια στιγμή να μη διαθέτει πραγματικά εργαλεία άσκησης διοίκησης.
Η Πολιτεία δεν μπορεί να ζητά ευθύνη χωρίς αρμοδιότητα. Δεν μπορεί να ζητά λογοδοσία χωρίς πόρους. Δεν μπορεί να ζητά θεσμική συνέπεια χωρίς διοικητική υποστήριξη.
Προτείνεται η πειθαρχική ευθύνη των αιρετών των Κοινοτήτων να συνοδεύεται από ουσιαστική ενίσχυση του ρόλου τους, αποφασιστικές αρμοδιότητες, διοικητική υποστήριξη και σαφές πλαίσιο άσκησης καθηκόντων.
Διαφορετικά δημιουργείται μια θεσμική ανισορροπία: αιρετοί με ευθύνες, αλλά χωρίς πραγματική εξουσία.
ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ
ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΚΥΡΩΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΧΑΡΤΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Β΄
Άρθρο 753 – Σκοπός
Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η κύρωση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, αναφορικά με το δικαίωμα συμμετοχής στις υποθέσεις τοπικής αρχής μετά την κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας με τον ν. 1850/1989 (Α’ 114) και η άρση των επιφυλάξεων που διατυπώθηκαν σε αυτόν.
Η κύρωση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας για το δικαίωμα συμμετοχής στις υποθέσεις της τοπικής αρχής αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική θεσμική επιλογή.
Ενισχύει πολιτικά και νομικά το επιχείρημα υπέρ της ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στα τοπικά ζητήματα.
Όμως συμμετοχή του πολίτη χωρίς ισχυρές Κοινότητες σημαίνει συμμετοχή χωρίς τον πλησιέστερο θεσμικό υποδοχέα.
Η Δημοτική Κοινότητα είναι το φυσικό πεδίο εφαρμογής της συμμετοχικής δημοκρατίας. Είναι το σημείο όπου ο πολίτης μπορεί να εκφράσει άμεσα ανάγκες, προτάσεις, αγωνίες και προτεραιότητες.
Επομένως, η κύρωση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου πρέπει να συνοδευτεί από ουσιαστική ενίσχυση των Δημοτικών Κοινοτήτων.
Δεν αρκεί να αναγνωρίζεται γενικά το δικαίωμα συμμετοχής. Πρέπει να υπάρχουν όργανα που μπορούν να υποδεχθούν, να επεξεργαστούν και να μετατρέψουν αυτή τη συμμετοχή σε θεσμική πράξη.
Και αυτά τα όργανα είναι πρωτίστως οι Δημοτικές Κοινότητες.
Κι όμως είναι σημαντικό…..
Προβάδισμα – Επίσημες τελετές – Θεσμική παρουσία Προέδρων Κοινοτήτων
Σχόλιο: Ο νέος Κώδικας δεν ρυθμίζει με σαφήνεια τη σειρά προβαδίσματος των Προέδρων και Εκπροσώπων Δημοτικών Κοινοτήτων στις επίσημες τελετές, στις εθνικές και τοπικές επετείους, στις καταθέσεις στεφάνων και στις δημόσιες θεσμικές εκδηλώσεις.
Η απουσία ειδικής πρόβλεψης δημιουργεί:
• γκρίζες ζώνες,
• αυθαίρετες ερμηνείες,
• συγκρούσεις για τη σειρά προβαδίσματος,
• υποβάθμιση της θεσμικής παρουσίας των Κοινοτήτων,
• αμφισβήτηση του ρόλου των Προέδρων.
Οι Πρόεδροι Δημοτικών Κοινοτήτων δεν παρίστανται σε επίσημες τελετές ως ιδιώτες ή ως απλοί προσκεκλημένοι. Παρίστανται ως αιρετοί εκπρόσωποι συγκεκριμένων τοπικών κοινωνιών.
Ιδίως στις έδρες των Δήμων και στις Κοινότητες με ιστορικό, εθνικό, πολιτιστικό ή διοικητικό βάρος, η θεσμική παρουσία του Προέδρου πρέπει να είναι σαφώς κατοχυρωμένη.
Προτείνεται να υπάρξει ειδική ρύθμιση ή ερμηνευτική εγκύκλιος του Υπουργείου Εσωτερικών για τη θεσμική θέση των Προέδρων και Εκπροσώπων Δημοτικών Κοινοτήτων σε επίσημες τελετές, καταθέσεις στεφάνων και δημόσιες εκδηλώσεις.
Η αναγνώριση της Κοινότητας δεν μπορεί να υπάρχει μόνο στα άρθρα του Κώδικα. Πρέπει να αποτυπώνεται και στην πράξη, εκεί όπου η Πολιτεία τιμά την ιστορία, τη μνήμη και τη συλλογική ταυτότητα κάθε τόπου.
Οι Κοινότητες δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν λόγο ύπαρξης.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναγνωρίζει σε δεκάδες διατάξεις την ύπαρξη των Δημοτικών Κοινοτήτων, των Προέδρων και των Συμβουλίων τους.
Τους αναγνωρίζει σφραγίδα.
Τους αναγνωρίζει εκλογική διαδικασία. Τους αναγνωρίζει υποχρεώσεις.
Τους αναγνωρίζει πειθαρχική ευθύνη. Τους αναγνωρίζει συμμετοχή.
Τους αναγνωρίζει ακόμη και οικονομική διαχείριση μέσω της πάγιας προκαταβολής.
Εκεί που εξακολουθεί να διστάζει είναι στην ουσία:
να τους αναγνωρίσει πραγματικές αρμοδιότητες, να τους αναγνωρίσει αποφασιστικό λόγο,
να τους αναγνωρίσει θεσμική αυτοτέλεια,
να τους αναγνωρίσει τον ρόλο που καθημερινά ασκούν στην πράξη.
Κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα τις ανάγκες ενός χωριού, ενός οικισμού ή μιας γειτονιάς από τον αιρετό που ζει εκεί, λογοδοτεί εκεί και κρίνεται καθημερινά από τους συμπολίτες του.
Οι Δημοτικές Κοινότητες δεν είναι διοικητικό απολίθωμα του παρελθόντος.
Είναι η πιο άμεση μορφή δημοκρατίας που διαθέτει σήμερα η ελληνική αυτοδιοίκηση.
Είναι ο θεσμός που κρατά ζωντανό τον δεσμό του πολίτη με τη συμμετοχή. Ο θεσμός που δίνει φωνή στον κάτοικο του χωριού, της συνοικίας, της γειτονιάς. Ο θεσμός που αντιστέκεται στην ερημοποίηση της υπαίθρου, στην
αποξένωση των πολιτών από τη δημόσια ζωή και στην υπερσυγκέντρωση εξουσιών.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλειστικά από πάνω προς τα κάτω.
Χρειάζεται και το αντίστροφο. Χρειάζεται ισχυρές Κοινότητες.
Γιατί χωρίς ισχυρές Κοινότητες δεν υπάρχει ουσιαστική αποκέντρωση.
Χωρίς ισχυρές Κοινότητες δεν υπάρχει πραγματική συμμετοχή.
Χωρίς ισχυρές Κοινότητες δεν υπάρχει δημοκρατία της καθημερινότητας.
Και τελικά, χωρίς ισχυρές Κοινότητες, η αυτοδιοίκηση χάνει το ανθρώπινο πρόσωπό της.
Ζητούμε από την Κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και όλους τους θεσμικούς φορείς της Αυτοδιοίκησης να εξετάσουν με προσοχή τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις που κατατίθενται στο παρόν υπόμνημα.
Οι προτάσεις αυτές δεν υπηρετούν συντεχνιακά συμφέροντα ούτε προσωπικές επιδιώξεις.
Αποσκοπούν αποκλειστικά στη δημιουργία ενός ισχυρότερου, αποτελεσματικότερου και περισσότερο δημοκρατικού μοντέλου τοπικής διακυβέρνησης.
Ενός μοντέλου όπου οι Δημοτικές Κοινότητες δεν θα αποτελούν τον τελευταίο τροχό της αυτοδιοικητικής αμάξης, αλλά το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα στηρίζεται η τοπική δημοκρατία.
Γιατί η Ελλάδα των πόλεων, των χωριών, των οικισμών και των γειτονιών δεν έχει ανάγκη από λιγότερη συμμετοχή.
Έχει ανάγκη από περισσότερη.
Και η τοπική αυτοδιοίκηση χωρίς τις Κοινότητες είναι, πράγματι, μισή αυτοδιοίκηση.
Παναγιώτης Ι. Λύρας
Πρόεδρος Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας Καλαμάτας Μέλος Δ.Σ. Ένωσης Προέδρων Κοινοτήτων Νομού Μεσσηνίας

