Έντονες αντιδράσεις από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τον τεχνικό κόσμο, περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστημονικούς φορείς προκαλεί το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η δημόσια διαβούλευση του οποίου ολοκληρώθηκε. Το σχέδιο νόμου ανοίγει τρία διαφορετικά μέτωπα, καθώς περιλαμβάνει διατάξεις για τις συγχωνεύσεις Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), τις διαδικασίες ανάθεσης έργων αντιμετώπισης της λειψυδρίας και την πολεοδομική αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων οικισμών.
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται μόνο σε πολιτικό επίπεδο, αλλά προέρχονται από επαγγελματικούς συλλόγους, επιστημονικούς φορείς, περιβαλλοντικές οργανώσεις και τοπικές κοινωνίες, οι οποίοι εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις τόσο για τη φιλοσοφία όσο και για τις διαδικασίες που εισάγει το νομοσχέδιο.
Συνεχίζονται οι αντιδράσεις για τις συγχωνεύσεις των ΔΕΥΑ
Το πρώτο μέτωπο αφορά τη μεταρρύθμιση των υπηρεσιών ύδρευσης, με τις προβλεπόμενες υποχρεωτικές συγχωνεύσεις ΔΕΥΑ να εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Δήμοι και φορείς από τη Φωκίδα, τη Βοιωτία και την Εύβοια αντιδρούν στην ένταξη των τοπικών επιχειρήσεων στην ΕΥΔΑΠ, ενώ αντίστοιχες αντιδράσεις καταγράφονται και στη Χαλκιδική για την υπαγωγή στην ΕΥΑΘ.
Οι δήμαρχοι και οι τοπικές κοινωνίες υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές περιορίζουν τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα της διαχείρισης του νερού και δημιουργούν αβεβαιότητα για τη λειτουργία των δημοτικών επιχειρήσεων.
Αντιδράσεις για τις «fast track» αναθέσεις έργων λειψυδρίας
Ιδιαίτερα έντονη είναι η αντίδραση του τεχνικού κόσμου απέναντι στο άρθρο 36 του νομοσχεδίου, το οποίο θεσπίζει ειδική διαδικασία ανάθεσης έργων που χαρακτηρίζονται ως έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας.
Σύμφωνα με τη διάταξη, τα συγκεκριμένα έργα θα μπορούν να ανατίθενται με κλειστή διαδικασία πρόσκλησης περιορισμένου αριθμού εταιρειών, χωρίς τις συνήθεις ανοιχτές διαγωνιστικές διαδικασίες και με σημαντικές εξαιρέσεις από υφιστάμενους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ) ζητά την απόσυρση της διάταξης, υποστηρίζοντας ότι δημιουργείται ένα νέο καθεστώς γενικευμένων εξαιρέσεων από το πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων. Όπως επισημαίνει, η αόριστη αναφορά στον «κίνδυνο λειψυδρίας» μπορεί να οδηγήσει στην ένταξη ακόμη και συνηθισμένων έργων σε έκτακτες διαδικασίες, περιορίζοντας τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό.
Παρόμοια θέση εκφράζει και ο Σύλλογος Μελετητών Δημοσίων Έργων Κεντρικής Μακεδονίας, ο οποίος θεωρεί ότι οι νέες ρυθμίσεις αυξάνουν τον κίνδυνο αναθέσεων σε περιορισμένο αριθμό αναδόχων και ζητά την πλήρη κατάργηση του άρθρου.
Το σχέδιο «Εύρυτος» επαναφέρει τη συζήτηση για τον Αχελώο
Στενά συνδεδεμένες με τις διαδικασίες ανάθεσης είναι και οι προβλέψεις του άρθρου 35, που ανοίγει τον δρόμο για το έργο «Εύρυτος», μέσω του οποίου προβλέπεται η αξιοποίηση των υδάτων των ποταμών Καρπενησιώτη και Κρικελλοπόταμου για την ενίσχυση της υδροδότησης της Αττικής.
Το σχέδιο έχει προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις στην Ευρυτανία, όπου φορείς και τοπικές κοινωνίες θεωρούν ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια έμμεση επαναφορά της εκτροπής του Αχελώου, καθώς οι δύο ποταμοί αποτελούν παραποτάμους του.
Η WWF Ελλάς επισημαίνει ότι δεν έχουν παρουσιαστεί επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα του έργου, ενώ εκφράζει επιφυλάξεις για τη διαδικασία τροποποίησης των Σχεδίων Διαχείρισης Υδάτων, θεωρώντας ότι δεν συμβαδίζει με τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Παράλληλα, φορείς της Ευρυτανίας υποστηρίζουν ότι η περιοχή αντιμετωπίζεται ως δεξαμενή φυσικών πόρων, με έμφαση στην άντληση νερού και ενέργειας, χωρίς ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχεδιασμό για τις τοπικές κοινωνίες.
Νέες ενστάσεις για τους εγκαταλελειμμένους οικισμούς
Το τρίτο μεγάλο κεφάλαιο του νομοσχεδίου αφορά την πολεοδομική αναβίωση περίπου 6.500 εγκαταλελειμμένων και φθινόντων οικισμών.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ) υποστηρίζει ότι, αντί να αντιμετωπίζονται τα πραγματικά αίτια της δημογραφικής εγκατάλειψης της υπαίθρου, δημιουργείται ένα νέο πλαίσιο ιδιωτικής πολεοδόμησης που ευνοεί μεγάλες οργανωμένες αναπτύξεις.
Σύμφωνα με τον ΣΕΠΟΧ, το νομοσχέδιο επαναφέρει, με διαφορετική μορφή, εργαλεία ιδιωτικής πολεοδόμησης που είχαν εφαρμοστεί στο παρελθόν, διευρύνοντας τις δυνατότητες ειδικών πολεοδομικών σχεδίων εκτός ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού.
Οι πολεοδόμοι εκφράζουν φόβους ότι η νέα προσέγγιση μπορεί να αλλοιώσει τον χαρακτήρα μικρών οικισμών, να μεταβάλει την κλίμακα του δομημένου περιβάλλοντος και να δημιουργήσει νέες πιέσεις στο φυσικό τοπίο.
Προτάσεις για ουσιαστική αναβίωση της υπαίθρου
Ο ΣΕΠΟΧ υποστηρίζει ότι η πραγματική αναζωογόνηση των ορεινών και εγκαταλελειμμένων οικισμών απαιτεί διαφορετική προσέγγιση, με:
- ισχυρά φορολογικά και κοινωνικά κίνητρα για μόνιμη κατοίκηση,
- δημιουργία νέων θέσεων εργασίας,
- υποχρεωτικές αναπλάσεις κοινόχρηστων χώρων,
- προστασία της φυσιογνωμίας των παραδοσιακών οικισμών,
- εξαίρεση των παραθεριστικών οικισμών από το νέο καθεστώς.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ), η οποία ζητά την απόσυρση των σχετικών διατάξεων και προτείνει η πολιτική για τους εγκαταλελειμμένους οικισμούς να εστιάσει στην αποκατάσταση και επανάχρηση του υφιστάμενου οικιστικού ιστού, χωρίς επέκταση της δόμησης σε γειτονικές αδόμητες εκτάσεις.
Η ΕΛΛΕΤ ζητά επίσης να καθίσταται υποχρεωτική η εκπόνηση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και μελέτης φέρουσας ικανότητας πριν από κάθε παρέμβαση, καθώς και να εξαιρεθούν ρητά από το νέο πλαίσιο οι περιοχές Natura 2000, τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, οι παραδοσιακοί οικισμοί, οι ακατοίκητες νησίδες και οι ήδη κορεσμένοι τουριστικοί προορισμοί.
Ένα νομοσχέδιο με πολλαπλές συγκρούσεις
Η ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης βρίσκει το νομοσχέδιο αντιμέτωπο με ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων. Από την αναδιοργάνωση των ΔΕΥΑ και τις διαδικασίες ανάθεσης κρίσιμων έργων ύδρευσης έως την αναβίωση των εγκαταλελειμμένων οικισμών, οι ενστάσεις επικεντρώνονται στην ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας, ουσιαστικού σχεδιασμού, προστασίας του περιβάλλοντος και διασφάλισης του δημόσιου συμφέροντος.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς θα φανεί εάν το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας θα προχωρήσει σε αλλαγές μετά τις παρεμβάσεις των φορέων ή αν το νομοσχέδιο θα οδηγηθεί στη Βουλή με τη σημερινή του μορφή.

