Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου, 2026
spot_img
ΑρχικήYΠΟΥΡΓΕΙΑYΠ. ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣΔημόσιο χρήμα, δημόσιος κώδικας, ανοιχτά δεδομένα: Το πραγματικό μάθημα από την υπόθεση...

Δημόσιο χρήμα, δημόσιος κώδικας, ανοιχτά δεδομένα: Το πραγματικό μάθημα από την υπόθεση Χριστοδουλάκη

Η αποκάλυψη της εφημερίδας «δημοκρατία» για τις συμβάσεις της DATAMED Α.Ε. με φορείς του Δημοσίου ανοίγει μια συζήτηση πολύ μεγαλύτερη από την πολιτική αντιπαράθεση γύρω από ένα πρόσωπο ή μία εταιρεία.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της 10ης Αυγούστου 2026, η DATAMED Α.Ε., στην οποία συμμετέχουν συγγενικά πρόσωπα του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Μανώλη Χριστοδουλάκη, έχει συνάψει από το 2019 περισσότερες από 170 συμβάσεις με φορείς του Δημοσίου, συνολικής αξίας που, κατά τους υπολογισμούς της εφημερίδας, ξεπερνά τα 9 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ. Η εφημερίδα υποστηρίζει επίσης ότι σημαντικό μέρος των συμβάσεων έγινε με απευθείας αναθέσεις ή με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση.

Οι ισχυρισμοί αυτοί αμφισβητούνται τόσο από τον Μανώλη Χριστοδουλάκη όσο και από την ίδια την εταιρεία. Ο βουλευτής έκανε λόγο για πολιτική στοχοποίησή του, ενώ η DATAMED υποστήριξε ότι οι σχετικές διαδικασίες είναι νόμιμες και ότι σε αρκετές περιπτώσεις αφορούν συντήρηση και υποστήριξη πληροφοριακών συστημάτων τα οποία η ίδια είχε αρχικά εγκαταστήσει κατόπιν διαγωνισμών και για τα οποία διαθέτει την απαιτούμενη ιδιοκτησία και τεχνογνωσία.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα πολύ σοβαρότερο ζήτημα δημόσιας πολιτικής.

Όταν μόνο ένας μπορεί να συντηρήσει ένα δημόσιο πληροφοριακό σύστημα

Ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση και χωρίς να εξετάζουμε την νομιμότητα οποιασδήποτε σύμβασης, η αιτιολογία ότι ένας ανάδοχος είναι ουσιαστικά ο μόνος που μπορεί να συνεχίσει να υποστηρίζει ένα πληροφοριακό σύστημα που λειτουργεί στο Δημόσιο αναδεικνύει το χρόνιο πρόβλημα του vendor lock-in, δηλαδή του εγκλωβισμού ενός δημόσιου φορέα σε έναν συγκεκριμένο προμηθευτή.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι μία ιδιωτική επιχείρηση αναπτύσσει λογισμικό για το Δημόσιο. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ψηφιακής μετάβασης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το Δημόσιο ή ένας Δήμος πληρώνει για την ανάπτυξη ενός κρίσιμου πληροφοριακού συστήματος αλλά, μετά την ολοκλήρωση του έργου:

  • δεν διαθέτει τον πηγαίο κώδικα,
  • δεν έχει πλήρη δικαιώματα χρήσης και τροποποίησής του,
  • δεν διαθέτει επαρκή τεχνική τεκμηρίωση,
  • τα δεδομένα αποθηκεύονται σε κλειστές ή ιδιοταγείς μορφές,
  • δεν υπάρχουν ανοικτά APIs,
  • δεν μπορεί να αναθέσει τη συντήρηση σε άλλον οικονομικό φορέα,
  • και τελικά βρίσκεται υποχρεωμένο να επιστρέφει στον αρχικό ανάδοχο για κάθε επέκταση, αναβάθμιση ή διασύνδεση.

Τότε μία αρχική σύμβαση πληροφορικής μπορεί να δημιουργήσει μια σχέση εξάρτησης δεκαετιών. Και εκεί ο ανταγωνισμός παύει στην πράξη να λειτουργεί.

Το παράδοξο: το Δημόσιο πληρώνει, αλλά δεν ελέγχει αυτό που πλήρωσε

Στα συμβατικά δημόσια έργα τα πράγματα είναι σχετικά αυτονόητα. Εάν ένας δήμος κατασκευάσει έναν δρόμο, ο δρόμος παραμένει δημόσια υποδομή. Εάν κατασκευάσει ένα σχολείο, το κτίριο ανήκει στον δημόσιο φορέα.

Στην πληροφορική όμως πολλές φορές συμβαίνει το αντίθετο. Το Δημόσιο χρηματοδοτεί την ανάπτυξη ενός πληροφοριακού συστήματος και στη συνέχεια μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να το εξελίξει χωρίς τον αρχικό προμηθευτή. Με άλλα λόγια, έχει αγοράσει μια υπηρεσία αλλά όχι κατ’ ανάγκη την ψηφιακή του ανεξαρτησία. Και αυτό πρέπει να αλλάξει.

«Public Money – Public Code»

Η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υιοθετήσει στρατηγική για το λογισμικό ανοικτού κώδικα, με βασικές αρχές τη διαμοίραση, την επαναχρησιμοποίηση, τη συνεργασία και τη διατήρηση μεγαλύτερου ελέγχου πάνω στις ψηφιακές υποδομές. (European Commission) Η βασική λογική μπορεί να συνοψιστεί σε μία φράση:

Όταν ένα λογισμικό χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου με δημόσιο χρήμα, πρέπει τουλάχιστον να εξετάζεται σοβαρά γιατί ο κώδικας που παράγεται να μην αποτελεί επαναχρησιμοποιήσιμο δημόσιο ψηφιακό αγαθό. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πληροφοριακό σύστημα του Δημοσίου πρέπει υποχρεωτικά να δημοσιεύεται ολόκληρο στο διαδίκτυο ή ότι δεν υπάρχουν ζητήματα κυβερνοασφάλειας, πνευματικής ιδιοκτησίας και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Σημαίνει όμως ότι η προεπιλογή πρέπει να αντιστραφεί: από το “κλειστό εκτός αν αποφασίσουμε διαφορετικά”, στο “ανοιχτό όπου δεν υπάρχει τεκμηριωμένος λόγος να είναι κλειστό”.

Ανοικτός κώδικας δεν σημαίνει δωρεάν λογισμικό

Εδώ υπάρχει και μία συχνή παρεξήγηση: Λογισμικό ανοικτού κώδικα δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εταιρείες, συμβάσεις ή κόστος. Το Δημόσιο εξακολουθεί να χρειάζεται ανάπτυξη, παραμετροποίηση, κυβερνοασφάλεια, φιλοξενία, τεχνική υποστήριξη, εκπαίδευση, αναβαθμίσεις και SLA. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι ένας δημόσιος οργανισμός δεν βρίσκεται αναγκαστικά δεμένος για πάντα με εκείνον που έγραψε την πρώτη έκδοση του λογισμικού. Εφόσον ο κώδικας, η τεκμηρίωση και οι προδιαγραφές είναι διαθέσιμες, περισσότερες επιχειρήσεις μπορούν να ανταγωνιστούν για τη συντήρηση και την εξέλιξή του.

Άρα το ανοικτό λογισμικό δεν καταργεί την αγορά. Δημιουργεί μεγαλύτερη αγορά. Αντί μία εταιρεία να έχει εκ των πραγμάτων προνομιακή θέση επειδή μόνο αυτή γνωρίζει το σύστημα, μπορούν να ανταγωνιστούν περισσότεροι προμηθευτές πάνω στην ποιότητα, στην τιμή και στις υπηρεσίες.

Ακόμη σημαντικότερα είναι τα ανοιχτά πρότυπα

Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν ο κώδικας είναι ανοικτός. Είναι αν το σύστημα βασίζεται σε ανοικτά πρότυπα. Ένα πληροφοριακό σύστημα του Δημοσίου πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα με άλλα συστήματα χωρίς την άδεια ή την αποκλειστική τεχνική παρέμβαση του αρχικού κατασκευαστή. Ανοικτά APIs, τεκμηριωμένα data models και πρότυπες μορφές αρχείων επιτρέπουν τη διαλειτουργικότητα διαφορετικών εφαρμογών και οργανισμών. Ήδη σε παλαιότερες επίσημες κατευθύνσεις της ελληνικής διοίκησης για την Ψηφιακή Σύγκλιση γινόταν ρητή αναφορά στην ανάγκη ανοικτών APIs, Web Services, διαλειτουργικότητας, ανοικτού λογισμικού και διάθεσης δεδομένων σε μορφές αξιοποιήσιμες από πολίτες και φορείς. (OpenGov) Δεκαέξι χρόνια αργότερα, οι αρχές αυτές δεν θα έπρεπε να αποτελούν ευχή αλλά βασική προδιαγραφή κάθε νέου έργου πληροφορικής.

Και μετά έρχονται τα ανοιχτά δεδομένα

Η δεύτερη μεγάλη διάσταση είναι τα δεδομένα. Το Δημόσιο είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς δεδομένων στη χώρα. Οικονομικά στοιχεία, προμήθειες, συμβάσεις, γεωχωρικές πληροφορίες, συγκοινωνίες, περιβάλλον, υγεία, δημοτικά δεδομένα, αποφάσεις, προϋπολογισμοί, έργα και εκατοντάδες άλλες κατηγορίες πληροφορίας παράγονται καθημερινά με δημόσιους πόρους.

Η ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/1024 έχει δημιουργήσει ειδικό πλαίσιο ακριβώς για τα ανοικτά δεδομένα και την περαιτέρω χρήση των πληροφοριών του δημόσιου τομέα. (EUR-Lex)

Ανοιχτά δεδομένα όμως δεν σημαίνει να αναρτάται ένα PDF κάπου σε έναν ιστότοπο. Πραγματικά ανοικτά δεδομένα σημαίνει: μηχαναγνώσιμα δεδομένα, ανοικτές μορφές, API, σαφή μεταδεδομένα, τακτική ενημέρωση και δυνατότητα μαζικής λήψης και επαναχρησιμοποίησης. Ακριβώς έτσι αποκτά νόημα και η διαφάνεια.

Αν οι δημόσιες συμβάσεις ήταν πραγματικά ανοικτά δεδομένα…

Η ίδια η υπόθεση που αποκάλυψε η «δημοκρατία» είναι χαρακτηριστική. Για να υπολογίσει ένας δημοσιογράφος, ένας ερευνητής ή ένας πολίτης πόσες συμβάσεις έχει λάβει μία επιχείρηση από το Δημόσιο, μπορεί να χρειαστεί σήμερα να αναζητήσει δεκάδες ή εκατοντάδες διαφορετικές αποφάσεις και συμβάσεις. Σε ένα πραγματικά ώριμο σύστημα ανοικτών δεδομένων θα έπρεπε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μπορεί οποιοσδήποτε να δει: ΑΦΜ αναδόχου → αριθμός συμβάσεων → συνολική αξία → αναθέτουσες αρχές → διαδικασία ανάθεσης → διάρκεια → τροποποιήσεις → παρατάσεις → συμπληρωματικές συμβάσεις → πληρωμές.

Και όχι μόνο ανά επιχείρηση. Το ίδιο πρέπει να μπορεί να γίνει ανά δήμο, υπουργείο, νοσοκομείο, CPV, είδος διαδικασίας και χρονική περίοδο. Τότε η δημοσιογραφική έρευνα δεν θα βασίζεται τόσο στην επίπονη αναζήτηση εγγράφων. Θα βασίζεται στην ανάλυση δημόσιων δεδομένων. Και ακόμη σημαντικότερο: τον ίδιο έλεγχο θα μπορεί να κάνει κάθε πολίτης.

Από τη Διαύγεια στη «διαφάνεια των δεδομένων»

Η Διαύγεια αποτέλεσε μία τεράστια θεσμική αλλαγή. Όμως το επόμενο βήμα πρέπει να είναι μεγαλύτερο. Δεν αρκεί πλέον να δημοσιοποιείται ένα διοικητικό έγγραφο. Χρειάζεται να δημοσιοποιείται και η πληροφορία που περιέχει με δομημένο τρόπο. Ένα PDF των 30 σελίδων είναι δημοσιότητα. Ένα dataset που επιτρέπει σε οποιονδήποτε να συγκρίνει 100.000 δημόσιες συμβάσεις είναι λογοδοσία. Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.

Ειδικά στην Υγεία το ζήτημα είναι κρίσιμο

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά κυρίως πληροφοριακά συστήματα στον χώρο της Υγείας. Πολλά τέτοια πληροφοριακά συστήματα έχουν εγκατασταθεί και στους Δήμους. Εκεί το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο. Τα νοσοκομεία, οι οργανισμοί και οι δομές Υγείας και Πρόνοιας δεν μπορούν να έχουν πληροφοριακές υποδομές που λειτουργούν σαν απομονωμένα «νησιά». Τα δεδομένα πρέπει –πάντοτε με αυστηρή συμμόρφωση προς τον GDPR και με ισχυρούς μηχανισμούς ασφάλειας– να μπορούν να ανταλλάσσονται μεταξύ εξουσιοδοτημένων συστημάτων. Ο ασθενής λη ο ωφελούμενος δεν μπορεί να ενδιαφέρεται ποια εταιρεία κατασκεύασε το πληροφοριακό σύστημα ενός νοσοκομείου. Το σύστημα πρέπει να λειτουργεί ως τμήμα μιας ενιαίας δημόσιας ψηφιακής υποδομής. Και το Δημόσιο πρέπει να έχει τον έλεγχο αυτής της υποδομής.

Το ίδιο ακριβώς πρόβλημα αφορά και τους δήμους

Οι ΟΤΑ είναι ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα κατακερματισμού πληροφοριακών συστημάτων. Κάθε δήμος αγοράζει εφαρμογές για οικονομική διαχείριση, δημοτολόγιο, πρωτόκολλο, τεχνική υπηρεσία, ηλεκτρονικές πληρωμές, διαχείριση στόλου, κοινωνικές υπηρεσίες, GIS, απορρίμματα, αιτήματα πολιτών και δεκάδες άλλες λειτουργίες. Πολλές φορές δεκάδες δήμοι πληρώνουν ξεχωριστά για σχεδόν το ίδιο λογισμικό.

Γιατί;

Ένα βασικό πληροφοριακό σύστημα που αναπτύχθηκε μία φορά με δημόσιους πόρους θα μπορούσε, όπου αυτό είναι λειτουργικά εφικτό, να επαναχρησιμοποιείται από δεκάδες ή εκατοντάδες δημόσιους φορείς. Ένας δήμος θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μία νέα λειτουργία και ο κώδικας να επιστρέφει στο κοινό αποθετήριο ώστε να επωφεληθούν όλοι. Αυτό είναι η πραγματική ψηφιακή συνεργασία του Δημοσίου.

Τι πρέπει να αλλάξει στις δημόσιες συμβάσεις πληροφορικής

Η λύση δεν είναι να αποκλειστούν οι ιδιωτικές εταιρείες. Το ακριβώς αντίθετο. Χρειάζεται να δημιουργηθούν κανόνες που επιτρέπουν σε περισσότερες εταιρείες να συμμετέχουν στην αγορά. Σε κάθε νέο μεγάλο έργο πληροφορικής θα πρέπει να εξετάζεται υποχρεωτικά:

1. Ποιος κατέχει τον πηγαίο κώδικα.

2. Τι δικαιώματα αποκτά το Δημόσιο πάνω στον κώδικα που χρηματοδοτεί.

3. Αν μπορεί άλλος ανάδοχος να αναλάβει τη συντήρηση.

4. Αν χρησιμοποιούνται ανοικτά πρότυπα.

5. Αν υπάρχουν πλήρως τεκμηριωμένα APIs.

6. Αν υπάρχει δυνατότητα εξαγωγής όλων των δεδομένων σε ανοικτό format.

7. Ποιο είναι το κόστος εξόδου από τον συγκεκριμένο προμηθευτή.

8. Αν ο κώδικας μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί από άλλους δημόσιους φορείς.

9. Πού κατατίθεται ο πηγαίος κώδικας και η τεχνική τεκμηρίωση.

10. Πώς εξασφαλίζεται η επιχειρησιακή συνέχεια εάν ο ανάδοχος πάψει να παρέχει τις υπηρεσίες του.

Αυτές οι προδιαγραφές θα έπρεπε να βρίσκονται στον πυρήνα κάθε μελέτης και κάθε διακήρυξης έργου πληροφορικής.

Η διαφάνεια δεν πρέπει να εξαρτάται από μία αποκάλυψη

Η υπόθεση της DATAMED θα κριθεί με βάση τα πραγματικά στοιχεία των συμβάσεων, τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν και τις απαντήσεις όλων των εμπλεκομένων. Υπάρχει όμως ένα ευρύτερο συμπέρασμα που δεν χρειάζεται να περιμένει καμία πολιτική αντιπαράθεση. Σε ένα σύγχρονο ψηφιακό κράτος δεν θα πρέπει να απαιτείται δημοσιογραφική έρευνα εβδομάδων για να μάθουμε πόσες συμβάσεις έχει λάβει μία εταιρεία από το Δημόσιο. Δεν θα πρέπει επίσης ένα υπουργείο, ένα νοσοκομείο ή ένας δήμος να χρειάζεται επί χρόνια τον ίδιο προμηθευτή απλώς και μόνο επειδή κανένας άλλος δεν μπορεί να επέμβει στο πληροφοριακό του σύστημα.

Το Δημόσιο πρέπει να γνωρίζει τι έχει αγοράσει. Να έχει πρόσβαση στον κώδικα που έχει πληρώσει όπου αυτό προβλέπεται. Να έχει τον έλεγχο των δεδομένων του. Να μπορεί να αλλάζει προμηθευτές. Να επαναχρησιμοποιεί τις εφαρμογές του. Να δημοσιεύει τα δεδομένα του σε πραγματικά ανοικτές και μηχαναγνώσιμες μορφές. Και να επιτρέπει σε πολίτες, δημοσιογράφους, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και ελεγκτικούς μηχανισμούς να τα αξιοποιούν. Γιατί το ζήτημα τελικά δεν είναι ποια εταιρεία θα πάρει μία σύμβαση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι:

Όταν τελειώσει η σύμβαση, ποιος θα έχει τον έλεγχο;

Αν το έργο έχει χρηματοδοτηθεί από τους πολίτες, η απάντηση πρέπει να είναι ξεκάθαρη: το Δημόσιο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
- Advertisment -

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Recent Comments